Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Η ΠΕΡΙΛΑΛΗΤΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΠΕΘΑΝΕ ΚΑΙ ΕΤΑΦΗ!

Σχόλιο:
Ένα απολογητικό κείμενο που εξετάζει τις Θεολογικές, ιστορικές και πολιτικές παραμέτρους που σχετίζονται με τον Οικουμενισμό και τη Σύνοδο της Κρήτης.
 
Του πρωτοπρεσβυτέρου π. Βασιλείου Βολουδάκη
 

Η περιλάλητος Σύνοδος της Κρήτης απέθανε και ετάφη. Όπως ήσαν οι αρχές και οι προϋποθέσεις της, έτσι, με μαθηματική νομοτέλεια διεξήχθησαν και οι εργασίες της και εξήχθησαν τα πορίσματά της. Έτσι, ακριβώς, επισυνέβη και ο θάνατος και ο ενταφιασμός της. «Εκ της γης» συνεκλήθη, «εκ της γης ελάλησε» και εις «την γην απελεύσατο». «Ώδινε μυν και έτεκε μυν». Ματαίως κάποιοι, που ενόμισαν ότι η Σύνοδος αυτή «ώδινεν όρος», προσπαθούν να σκυλεύσουν το «εξαίσιον πτώμα» της, για να δρέψουν δάφνες Ορθοδόξου ομολογίας! Ματαίως κάποιοι, για δικούς τους λόγους προσπαθούν να συσχετίσουν την Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας με την εκκλησιαστική τραγωδία του Κολυμπαρίου. Και, το ακόμη θλιβερώτερο, ότι βρίσκουν επικροτητάς αυτών των συσχετισμών τους!
Λίγοι, εκ των Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος, σοφώτεροι, περισσότερο νηφάλιοι και ρεαλιστές, αρνήθηκαν να μετάσχουν σε ένα Συνοδικό “φιάσκο”, το οποίο καμμιά εκκλησιαστική και πνευματική αναγκαιότητα δεν εξυπηρετούσε και κανένα ποιμαντικό πρόβλημα δεν επρόκειτο να λύση, αφού η δημιουργία και όχι η λύση των προβλημάτων έχει εξασφαλίσει την παντοδυναμία του υπαιτίου αυτής της Συνοδικής διοργανώσεως, Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως.
Χρέος των Πρεσβυτέρων η ενημέρωσις
των Επισκόπων τους
Παρ’ ότι άσημος πρεσβύτερος της Εκκλησίας, έχω μαζί με όλους τους συμπρεσβυτέρους μου την ομαδική αλλά και την προσωπική μου ευθύνη να ενημερώνω το Σώμα των Επισκόπων μας, κυριώτατα δε τον Επίσκοπόν μου, περί του ποιμνίου, που μου ενεπιστεύθη ο Θεός, όπως επίσης, και περί των αποριών και ενστάσεων αυτού και να μη αρκούμαι στην προσαγωγή και επίθεση επί των ώμων του, του Αρχιερατικού Ωμοφορίου, κατά την Μ. Είσοδον της Θ. Λειτουργίας, εναργές, βεβαίως και αυτό σύμβολο του χρέους των Πρεσβυτέρων να δίδουν αναφορά στους Επισκόπους τους περί του τι φρονεί περί αυτών το ποίμνιό τους.
Θεωρώ χρέος μου, λοιπόν, να θέσω τα ερωτήματά μου αναμεμι­γμένα με τις απορίες των ανθρώπων που με εμπιστεύονται, όπως και τις ενστάσεις μας έναντι μιας Συν­όδου, η οποία από κάποιους –βιαστικά και με συναισθηματική φόρτιση– θεωρήθηκε «ως το μεγαλύτερο εκκλησιαστικό γεγονός των τελευταίων 1300 ετών»(!), ενώ –όπως είμαστε απολύτως βέβαιοι– αυτή θα μείνη στην εκκλησιαστική Ιστορία ως η Σύνοδος με την απόλυτη απουσία της Θεολογίας αλλά και της ποιμαντικής συνέσεως!
Για την εκτέλεση του χρέους μου αυτού ενισχύομαι και από το γεγονός ότι επαληθεύθηκαν εκ των πραγμάτων όλες οι σκέψεις που κατέθεσα προ της συγκλήσεως της Συνόδου, κάποιες δε από αυτές υιοθετήθηκαν και από δύο Πατριαρχεία της Πενταρχίας, που απουσίασαν από αυτήν, αποδοκιμάζοντας την σύγκλησή της. Το μεν Πατριαρχείο της Ρωσίας ετόνισε την εξυπηρέτηση σκοπών των Η.Π.Α. μέσω της Συνόδου, πράγμα το οποίο ήμουν ο μόνος που συνεχώς επαναλαμβάνω από του έτους 2001, το δε Πατριαρχείο Αντιοχείας σε Συνοδική του Απόφαση, συμμερίσθηκε την εκτίμησή μου ότι η Σύνοδος της Κρήτης δεν είναι ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη (βλ. άρθρο της 10ης Ιουνίου 2016) «Ο ΣΥΓ-ΚΡΗΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΠΡΟΘΥΡΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΣΕΩΣ Η ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΩΣΕΩΣ ΤΟΥ»). Αυτό το συμμερίσθηκαν και αγαπητοί και σεβαστοί συμπρεσβύτεροι σε πρόσφατη κοινή Σύναξή τους, μετά τη λήξη των εργασιών της Συνόδου.
Κυριαρχούσα εντύπωση από τις εργασίες της Συνόδου είναι ότι αυτή εξετέλεσε διατεταγμένη υπηρεσία, υπαγορευομένη η και επιβληθείσα σε πολλούς Προκαθημένους από τις Πολιτικές Ηγεσίες των Κρατών τους, πράγμα το οποίο επαληθεύει και η ευρωπαϊκή κάλυψη των υπερόγκων εξόδων αυτής της εκκλησιαστικοφανούς “φιέστας”, (όταν καταργούνται οργανικές θέσεις εφημερίων και μένουν αλειτούργητοι πολλοί κάτοικοι των Επαρχιών!), αλλά και η παντελής απουσία Θεολογικών και Ποιμαντικών κριτηρίων στις εργασίες και στα κείμενα αυτής της πρωτοφανούς στα εκκλησιαστικά χρονικά –για τον ερασιτεχνισμό της– Πολυαρχιερατικής Συνάξεως!
Θα επαληθευθούν όλα αυτά, βεβαίως, με όσα θα εκθέσω εν συνεχεία. Όμως, θεωρώ αναγκαίο να προτάξω ένα ρητορικό ερώτημα, απευθύνοντάς το προς όλους εκείνους που ανήκουν στην μερίδα των αντιοικουμενιστών και οι οποίοι εξ αρχής “πήραν στα σοβαρά” την Σύνοδο της Κρήτης και εξακολουθούν να την αντιμετωπίζουν στα σοβαρά: Πως επιμένουν ακόμη και δεν αντιλαμβάνονται ότι ο Οικουμενισμός δεν έχει καμμιά σχέση με την εκκλησιαστική ζωή και την θεολογία, αλλά είναι ένα καθαρά πολιτικό εργαλείο; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Δεν έχουν ερευνήσει ιστορικά το θέμα αυτό και, αρκούμενοι στην στρατηγική(!) νεοφανών και νεόκοπων αντιοικουμενιστών, θεωρούν ότι ο Οικουμενισμός είναι θέμα Πίστεως και όχι θέμα αμιγώς Διεθνούς Πολιτικού σχεδιασμού! Ας κάνουμε, λοιπόν, μια σύντομη ιστορική αναδρομή:
Ο Οικουμενισμός ήρχισεν
από τον Αλέξιον Κομνηνόν!
Η ιστορία του Οικουμενισμού (για την οποία έχω την επιθυμία να γράψω κάποτε εκτενέστερα), μαρτυρεί κάτι πολύ σημαντικό, το οποίο δεν έχει ληφθεί καθόλου υπ’ όψιν από όλους τους ασχολουμένους με το θέμα αυτό: ότι ο Οικουμενισμός δεν επινοήθηκε από πρόσωπα της Εκκλησίας αλλά από την Πολιτεία! Πρέπει κάποτε να συνειδητοποιήσουμε βαθειά ότι δεν ξεκίνησε η οικουμενιστική δραστηριότητα από Πατριάρχες η Αρχιερείς, αλλά ξεκίνησε από τους Αυτοκράτορες της παρακμής της Ορθοδόξου Αυτοκρατορίας μας, οι οποίοι, ζώντες σε χρόνια πνευματικού ξεπεσμού –όπως τα χρόνια τα δικά μας– με σχεδόν ανύπαρκτη την Πίστη και την μετά θάνατον ενατένιση, προκειμένου να αποκρούσουν τον επαπειλούμενον βαρβαρικό κίνδυνο Αλώσεως της Βασιλευούσης, έκαμαν προσπάθειες και ανοίγματα προς την Δύση και τον Πάπα, πιστεύοντες ότι σαν χριστιανός, έστω και σε ακοινωνησία, θα έτεινε χείρα βοηθείας!
Προηγήθηκε αυτών, όμως, ο πρώτος επινοητής του Οικουμενισμού, ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός, ο οποίος ήταν εκείνος που, άθελά του, βεβαίως, αλλά με απόλυτη πολιτική του ευθύνη προκάλεσε την έναρξη των Σταυροφοριών με το αίτημά του στον Πάπα για βοήθεια. Έτσι έδωσε την αφορμή για την έναρξη της Α  Σταυροφορίας. Το αίτημα για βοήθεια θεωρήθηκε ως αδυναμία της Αυτοκρατορίας να υπερ­ασπισθή την Πίστη και γι αὐτό ανέλαβε ο Πάπας, τάχα, την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων! Αυτή ήταν και η αρχή του τέλους της Αυτοκρατορίας. Τα επακολουθήσαντα ήσαν η φυσική συνέπεια.
Οι Σταυροφορίες ήσαν η πλέον κραυγαλέα διάψευση αυτών των φρούδων αλλά και αντιχριστιανικών ελπίδων, που έθρεψαν οι ολιγόπιστοι Αυτόκρατορές μας, αψηφώντας τους παιδαγωγικούς και Θεοϋπαγορευθέντας αναθεματισμούς των Αγίων Πατέρων μας, κατά του νέου «Εωσφόρου της Δύσεως», όπως τον ονόμασαν οι άγιοί μας, του Φράγκου –από τον Καρλομάγνο και μετά– Πάπα. Παρά ταύτα, παρά την ολιγοπιστία τους, όλοι ανεξαιρέτως οι Αυτοκράτορες, μέχρι τους Παλαιολόγους, ζητούσαν μεν υλική βοήθεια από τους Δυτικούς, όταν, όμως, ετίθετο ως προϋπόθεση αυτής της βοηθείας η διαπραγμάτευση της Πίστεως, διέκοπταν τις συνομιλίες.
Μόνοι οι Παλαιολόγοι Μιχαήλ ο Η , Ιωάννης Η  καί Κωνσταντίνος ο ΙΑ , ο και μοιραίος Αυτοκράτορας, θέλησαν να θυσιάσουν την ακρίβεια της Πίστεως και να ενωθούν με τον παραχαράκτη του Χριστιανισμού Πάπα, για να σώσουν πολιτικά την Αυτοκρατορία! Βλέποντας με πνευματική μυωπία μόνο την κατάρρευση της Οικονομίας του Κράτους και του Στρατού και όχι την κατάρρευση του Ορθοδόξου ήθους του λαού της Αυτοκρατορίας, τα “έπαιξαν όλα για όλα”, αρκεί να σώσουν –όπως μάταια πίστευαν– το Βασίλειό τους! Με αυτό το εκκοσμικευμένο, κατ’ ουσίαν άθεο, σκεπτικό τους, προκάλεσαν ο μεν πρώτος, ο Μιχαήλ, την ενωτική Σύνοδο της Λυών το 1274, μόλις λίγα χρόνια μετά που ανέκτησε την Κωνσταντινούπολη από τον Φράγκο Πάπα (1261)! , ο δεύτερος, ο Ιωάννης τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, ο δε τρίτος, ο χειρότερος όλων, ο Κωνσταντίνος ΙΑ , το συλλείτουργο με τους Παπικούς επάνω στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας! Λησμόνησαν ότι ανέκαθεν, και προ της Πτώσεως των Πρωτοπλάστων, ο Εωσφόρος υπόσχεται, για να δελεάση και να παρασύρη, αλλ’ όμως ποτέ δεν πραγματοποιεί τα υπεσχημένα, αλλά οδηγεί αυτούς που τον εμπιστεύθηκαν από δυσ­τυχίες σε τραγωδία. Το ίδιο φέρθηκε η τότε Παπική Δύση και εγκατέλειψε την Αυτοκρατορία να καταρρεύση και να πέση στα χέρια των Τούρκων. Το ίδιο φέρεται και η σήμερα εντελώς, πλέον, άθεη, Δύση, αλλά εμείς εξακολουθούμε να μη “παίρνουμε είδηση”!
Ο Νεοοικουμενισμός
Ο Οικουμενισμός, όπως ήταν φυσικό έπαυσε κατά την Τουρκοκρατία, εφ’ όσον δεν υπήρχαν πολιτικοί άρχοντες να τον ανακινήσουν. “Αναστήθηκε” πάλι με τον πρώτο Μασώνο Πατριάρχη της Εκκλησιαστικής Ιστορίας(!), τον Ιωακείμ τον Γ , που πατριάρχευσε σε δύο περιόδους, 1878-1884 και 1901-1912, οπότε και απέθανε.
Το Μασωνικό σχέδιο της Παγκοσμιοποιήσεως σε Εκκλησία, Θρησκείες και Πολιτείες είχε πλέον αναλάβει να διεκπεραιώση το κέντρο της Μασωνίας, η Αμερική, η οποία, επειδή έχει ισχύ, παριστάνει ότι αντικαθιστά την εκπεσούσα Αυτοκρατορία μας, τροποποιήσασα την οικουμενιστική πολιτική ανάγκης των Αυτοκρατόρων της παρακμής (κακώς, κάκιστα, βεβαίως, έγινε και από αυτούς, όπως προεγράψαμε) σε πολιτική ανοικοδομήσεως του «Πύργου της Βαβέλ» και προετοιμασία της Μονοκρατορίας του Αντιχρίστου!
Είναι σημαντικό να προσέξουμε τα θέματα που έθεσε ως προτεραιότητά του ο Ιωακείμ ο Γ  στόν Ενθρονιστήριο λόγο του της β  πατριαρχείας του (τα οποία συστηματοποιήθηκαν και εστάλησαν με τις Εγκυκλίους του 1902 και του 1904 στους Προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών), για να διαπιστώσουμε ότι τα ίδια ακριβώς θέματα (εκτός του τελευταίου, το οποίο έχει ήδη επιτευχθεί με τους όρους και την πρακτική των Οικουμενιστών), απησχόλησαν κυρίως –μετά παρέλευση περίπου 100 ετών– και την Σύνοδο της Κρήτης!
Ποιά ήσαν αυτά; Στην Εγκύκλιο της 12ης Ιουνίου 1902 ο Πατριάρχης Ιωακείμ ζητεί να ερευνηθούν τα εξής θέματα:
α. Οι μελλοντικές σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τις δύο μεγάλες «αναδενδράδες» του Χριστιανισμού, τους Παπικούς και τους Προτεστάντες.
β. Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους Παλαιοκαθολικούς.
γ. Η ανάγκη διαμορφώσεως κοινής στάσεως στο ημερολογιακό ζήτημα.
Τα δυό πρώτα θέματα ήσαν και τα πλέον επίμαχα στην Σύνοδο της Κρήτης.
Η Μασωνική Οικουμενιστική πορεία συνεχίσθηκε με τον Μελέτιο Μεταξάκη, αυτόν τον επαίσχυντο κληρικό (ο οποίος, αν και ξεκίνησε ως Μητροπολίτης Αθηνών, κατεπρόδωσε την Εκκλησία της Ελλάδος, αφαιρώντας της την Αρχιεπισκοπή Αμερικής, για να γίνη Πατριάρχης), για να περάση η σκυτάλη, μετά από λίγα χρόνια πνευματικής ηρεμίας, στον ολετήρα της πνευματικότητος του ιστορικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, τον αιρετικόφρονα Αθηναγόραν(!), τον οποίον εγκατέστησε ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος Τρούμαν μεταφέροντάς τον με το Προεδρικό του αεροπλάνο στην Κωνσταντινούπολη! Τότε η Πόλις του Αγιωτάτου, Παμμεγίστου και Ισαποστόλου Κωνσταντίνου, εάλω και πνευματικά και από τότε μέχρι σήμερα διαδέχονται τον Θρόνο αυτόν της Ορθοδοξίας Πατριάρχαι απόλυτα ταυτισμένοι με αυτόν και όχι μόνο κατά πνεύμα και κατά πράξη συγγενείς του.
Πως ανεμένοντο αγαθά
από την Σύνοδον της Κρήτης;
Με ποιά δεδομένα, λοιπόν, ανέμεναν οι τιτλούχοι αντιοικουμενιστές αγαθά αποτελέσματα από την Σύνοδο της Κρήτης, όταν υπάρχει αυτή η προϊστορία, την οποία –εντελώς επιγραμματικά– μνημονεύσαμε;
Που παροικούσαν τόσα χρόνια και που παροικούν τώρα, ώστε να γράφουν σαν να μη γνωρίζουν το βρώμικο υπέδαφος της οικουμενιστικής τακτικής; Πότε στην ιστορία υπήρξαν οικουμενιστές άνθρωποι ήθους, για να υπάρξουν και σήμερα; Γιατί δεν αξιοποιήθηκε ο «νους» των γραπτών των προσφάτως κεκοιμημένων Πατέρων μας που αντιμετώπισαν τον Οικουμενισμό της “νέας κοπής” του Πατριάρχου Αθηναγόρου, ώστε να στοιχηθούμε όλοι μαζί στον αντιοικουμενιστικό αγώνα; Ποιοί είναι αυτοί και από που έλαβαν την εξουσία να ορίζουν τους ηγέτες του αντιοικουμενιστικού αγώνος, που τάχα όλοι πρέπει να ακολουθούμε, ασχέτως του αν όταν είμαστε εμείς στον αγώνα αυτόν, εκείνοι απουσίαζαν;
Κάποιοι μας είπαν, για να αντικρούσουν την αμετακίνητη θέση μας ότι ο Οικουμενισμός είναι αμιγώς πολιτικό εργαλείο, ότι η πολιτική πάντοτε επενέβαινε και επεμβαίνει στα εκκλησιαστικά πράγματα! Το λέγουν από αφέλεια η από σκοπιμότητα; Εάν το λέγουν από σκοπιμότητα, δεν χρειάζονται απάντηση. Εάν το λέγουν από αφέλεια, είναι καλό να μας ειπούν πότε η Εκκλησία μας, με την Αγία Γραφή η με την πολυποίκιλη Ιερά Παράδοσή Της μας είπε να επιμένουμε να ενώσουμε “σώνει και καλά” τους αιρετικούς με την Ορθοδοξία; Ποτέ! Αυτό το περί παγκοσμίου ενώσεως το λέγει μόνο η Πολιτεία. Άρα, ο Οικουμενισμός είναι πέρα για πέρα ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ! Λοιπόν, σε ένα καθαρώς πολιτικό σχεδιασμό μπορούμε να μιλούμε για συνηθισμένη πολιτική παρεμβολή στο έργο της Εκκλησίας η για συστράτευση των εκκλησιαστικών Προκαθημένων στην υλοποίηση ανόμου και αντιχρίστου πολιτικού σχεδιασμού;
Αλλά και όσοι εκ των Προκαθημένων δεν έχουν ακόμη αντιληφθεί την ουσία του Οικουμενισμού και παγιδεύονται από το θρησκευτικοεκκλησιαστικό προσωπείο του, δεν έπρεπε να επαναστατήσουν κατά του Οικουμενισμού, γνωρίζοντες ότι η Εκκλησία μας προτρέπει: «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού»; Εμείς τι θέλουμε να παραστήσουμε; Αυτούς που ήλθαν να καταλύσουν τον Νόμο και τους Προφήτας και τον Πληρώσαντα αυτούς Ιησούν Χριστόν μας; Έγιναν κάποιοι Πατριάρχες και Προκαθήμενοι, για να καταργήσουν τον Άγιο Απόστολον Παύλον και να μας παραστήσουν τους νέους Μεσσίες της Ορθοδοξίας και της ανθρωπότητος; Δεν βλέπουν πως οι ηγέτες και οι άνθρωποι που αποδοκιμάζουν τον Χριστό, το Ευαγγέλιό Του και την Εκκλησία Του, τους επευφημούν , τους επικροτούν και τους συγχαίρουν; Γιατί άραγε; Γιατί επιχαίρουν ότι μέσω αυτών “παίζουν το παιχνίδι τους” και μέσα στην Εκκλησία, και έχουν καταντήσει την Εκκλησία του Χριστού ένα πνευματικό αχούρι, ένα επίγειο Οργανισμό που πασχίζει να πείθη τον λαό να συμβιβάζεται με τον αποχριστιανισμό της Πατρίδος μας, που προσ­παθεί να μειώση την παγκόσμια πείνα και να δώση άσυλο στους μετανάστες! Μάλιστα, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, κατά την περί Προσώπου Θεολογική συζήτηση εντός της Συνόδου, διέκοψε λέγοντας: «Αυτά είναι για τους φοιτητές! Εμείς πρέπει να ασχοληθούμε με το πρόβλημα της πείνας»!
«Τι χρείαν έχομε μαρτύρων», για να αποδείξουμε ότι αληθεύουμε και δεν συκοφαντούμε, όταν γράφουμε ότι κάποιοι από τους Ορθοδόξους ταγούς έχουν αλλάξει αντικείμενο Ποιμαντικής και πνευματικό προσανατολισμό, εξυπηρετούντες κατ’ επίφασιν ψευτοανθρωπιστικά, αλλά, κατ’ ουσίαν πολιτικά αντιχριστιανικά συμφέροντα, γι’ αυτό και τους τιμούν οι πολιτικοί άρχοντες;
Δεν έχουν ποτέ ακούσει οι Προκαθήμενοι τα λόγια του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Χριστού μας: «Ει εκ του κόσμου ήτε, ο κόσμος αν το ίδιον εφίλει»; Δεν καταλαβαίνουν πως έγιναν ένα «με τον κόσμο και τα εν κόσμω» και γι’ αυτό τους επευφημούν και τους εγκωμιάζουν οι Άρχοντες του κόσμου τούτου; Δεν καταλαβαίνουν ότι ο Ορθόδοξος και ευσεβής λαός καταλαβαίνει και κρίνει και επικρίνει και αποδοκιμάζει και αποστρέφεται αυτού του είδους τους Ποιμένες; Δεν καταλαβαίνουν ότι με αυτήν τους την τακτική, αργά η γρήγορα, θα «αφεθή ο Οίκος τους έρημος»;
Τελικά, διατί έγινεν η Σύνοδος της Κρήτης;
Όσοι δεν συμμερίζονται τις απόψεις μου για το πολιτικό σχεδιασμό που υπηρέτησε η Σύνοδος της Κρήτης, πρέπει να μας απαντήσουν, γιατί έγινε αυτή η πολυδάπανη Σύνοδος και, μάλιστα, σε περίοδο τέτοιας λιτότητος; Και, επί πλέον, γιατί έγινε, ενώ δύο Πατριαρχεία της Πενταρχίας απουσίασαν και δύο Αυτοκέφαλες Εκκλησίες; Αρκετές φορές απουσίασαν κάποιοι Προκαθήμενοι Εκκλησιών από Οικουμενικές η Πανορθοδόξους Συνόδους, πάντοτε, όμως, έστελναν αντιπροσώπους τους και, βεβαίως, σε καμμιά περίπτωση δεν απέσχε κάποια Εκκλησία από Σύνοδον λόγω σοβαρών ενστάσεών της κατά της συγκλήσεώς της. Και σ’ αυτόν τον βασικό τομέα η Σύνοδος της Κρήτης έχει τα πρωτεία!
Ποιά ήσαν τα θέματα και πόση η Θεολογική σοβαρότητά τους;
  1. Το θέμα της Νηστείας ήταν ένα θέμα, το οποίο ετέθη με την ίδια βαρύτητα που θα είχε το θέμα: «Συζήτηση του θέματος ότι το αλάτι είναι πράγμα αλμυρό»! Μας είπαν αυτό που γνωρίζαμε. Δεν μας είπαν, όμως, τίποτε για τις παραβάσεις, για τον χλευασμό η και για την κατάργηση της Νηστείας, που εφαρμόζουν στην πράξη κάποιοι Κληρικοί, μικρόσχημοι η μεγαλόσχημοι και διδάσκουν αυτόν τον χλευασμό και στους ιερείς τους!
  2. Το θέμα των κωλυμάτων του γάμου και ιδίως των μικτών γάμων (Ορθοδόξου και ετεροδόξου) ετέθη απλώς ως ένα φαινόμενο που έχει επικρατήσει, οπότε καλείται η Εκκλησία να συγκατατεθή. Το ίδιο πρέπει να εισηγηθή η Σύνοδος αυτή και στους ανά την Οικουμένη ιατρικούς Συλλόγους: Όπου υπάρχει γενικευμένη επιδημία, να συγκατατίθενται οι γιατροί και να την θεωρούν κατάσταση υγείας! Καμμιά αναφορά της Συνόδου στο Μυστήριο του γάμου ως συμπορεύσεως για την ολοκλήρωση της προσωπικότητος του ζεύγους, οπότε αυτή η συμπόρευση εκ των πραγμάτων αποκλείεται λόγω της ετεροδοξίας. Πως θα πετύχης το ίδιο αποτέλεσμα με δύο εκ διαμέτρου αντίθετες μεθόδους;
  3. Το θέμα της Αυτοδιοικήσεως των κατά τόπους Εκκλησιών. Ετέθη κακώς ως θέμα Αυτονόμου και Αυτοκεφαλίας. Αυτοκέφαλη δεν είναι η Εκκλησία, καμμιά Εκκλησία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία και κατ’ επέκτασιν κάθε Τοπική Εκκλησία έχει Κεφαλή τον Χριστό και όχι τον Προκαθήμενόν Της. Ούτε Αυτόνομη είναι κάθε Ορθόδοξη Εκκλησία. Έχει Νόμους Της τους Ιερούς Κανόνες. Συνεπώς πρόκειται μόνο για το Αυτοδιοίκητον των κατά Τόπους Εκκλησιών. Αυτό έχει χορηγηθεί άπαξ δια παντός μέσω των Ιερών Κανόνων, οπότε, οσάκις μεταβάλλονται οι Πολιτειακές συνθήκες, αυτοδικαίως συμμεταβάλλονται και οι Εκκλησιαστικές Διοικήσεις. Σε κάθε Κράτος η Ορθόδοξος Εκκλησία έχει αυτοδικαίως το Αυτοδιοίκητόν Της και τον εν αυτή Πρώτον, γι’ αυτό άλλωστε αποκαλούνται, και από την Σύνοδο της Κρήτης απεκλήθησαν Προκαθήμενοι! Άλλο πράγμα είναι η σειρά των Πατριαρχείων και των Αυτοδιοικήτων Αρχιεπισκοπών, τα οποία έχουν θεσπισθεί και ακολουθούν την ορισθείσα τάξη και άλλο είναι η χορήγηση του Αυτοδιοικήτου, η οποία δεν δίδεται από κάποιο Πατριαρχείο η Πανορθόδοξη Σύνοδο, αλλά αυτοδικαίως, όπως προείπαμε, από τους Ι. Κανόνας.
Το παράδοξο είναι ότι στην Σύνοδο της Κρήτης ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος απεκλήθη Προκαθήμενος, ενώ δεν αναγνωρίζεται από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ως «Πρώτος» εν Ελλάδι, αλλά αποδίδεται  ο  τι­τλος του Πρώτου της εν Ελλάδι Εκκλησίας στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως! Άλλο, λοιπόν, «Πρώτος» και άλλο «Προκαθήμενος»; Που υπάρχει αυτή η διάκριση στους Ι. Κανόνες; Αλλά, ποιός αντέχει αυτή τη λογική, ώστε να συζητήση το θέμα αυτό και Θεολογικά, στα πλαίσια του Κανονικού Δικαίου;
  1. Το θέμα της Διασποράς λύεται με την Θεολογική Αρχή του Αυτοδιοικήτου. Σε κάθε Κράτος η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να είναι Αυτοδιοίκητη. Να εκλέγεται και ο Πρώτος Της και οι Επίσκοποί Της από την Τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία και όχι να διορίζονται από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και να παύονται κατά την αναιτιολόγητη κρίση Του, άνευ δίκης και απολογίας, σαν τους τελευταίους ιδιωτικούς υπαλλήλους!
  2. Το θέμα των σχέσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τις υπόλοιπες αιρετικές Ομάδες, που αποσχίσθηκαν αρχικά από την αδιαίρετη Ορθόδοξη Εκκλησία μας και, εν συνεχεία, η μια από την άλλη, έχει λυθεί άπαξ δια παντός και από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Μνημονεύσαμε ήδη τα λόγια του αγίου Αποστόλου Παύλου «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού». Εμείς γιατί δεν παραιτούμεθα; Είμαστε πιο άγιοι από τον Απόστολον Παύλον; Είδαμε πόσες προσπάθειες έκαμε η Εκκλησία μας, για να επαναφέρη τους αιρετικούς στην Πίστη του Χριστού μας και δεν το επέτυχε. Τι επιδιώκουμε; Εφ’ όσον ο Πάπας πιστεύει ότι είναι Αλάθητος, πως εμείς πιστεύουμε ότι θα έλθη η ώρα να παραδεχθή ότι πλανήθηκε η πάλαι Εκκλησία της Ρώμης;
Το σημαντικότερο δε, το οποίο καταγγέλλει ο Σέρβος Μητροπολίτης Μπάτσκας κ. Ειρηναίος είναι ότι στη Σύνοδο της Κρήτης δεν έγινε ούτε μια φορά αναφορά στον Παπισμό, όταν συζητήθηκε ο χαρακτηρισμός των Ετεροδόξων ως Εκκλησιών αλλά μόνο το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών(!), το ίδιο δε απετυπώθη και στο τελικό κείμενο, οπότε καθίσταται σαφές ότι η μοναδική επιδίωξη των Πατριαρχικών ήταν να αποχαρακτηρισθούν από αιρετικοί, και να θεωρηθούν ως Εκκλησίες, όχι μόνο οι Παπικοί, αλλά και όλες οι άλλες χριστεπώνυμες αντίχριστες παραφυάδες!
Άραγε, δεν μπορούν να κάνουν αυτούς τους συλλογισμούς κάποιοι υπεύθυνοι, η κοροϊδεύουν τους ανθρώπους, κοιμίζοντάς τους με τα περί Θεολογικών Διαλόγων, για να πρα­γματοποιούν υπογείως τα ύπουλα σχέδιά τους;
Κάποια τελευταία ερωτήματα:
Άφησα τελευταία κάποια ερωτήματα:
Ο Σεβαστός και αγαπητός μου Μητροπολίτης Ναυπάκτου μας θύμισε τα λόγια του μακαριστού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, περί των Επισκόπων που ελάμβαναν μέρος στις Οικουμενικές Συνόδους ότι ήσαν στο στάδιο του φωτισμού και της θεώσεως! Άραγε, είναι δυνατόν να υπήρχε αυτή η προϋπόθεση στην Σύνοδο της Κρήτης, ενώ απουσίαζε από αυτήν και η απλή λογική;
Ποιά λογική, φέρ’ ειπείν, υπάρχει όταν στη Σύνοδο αυτήν δεν ψηφίζουν όλοι οι Επίσκοποι, πλην των Προκαθημένων, ενώ όλοι υπογράφουν; Πως είναι δυνατόν να υπογράφης, αλλά να μην ψηφίζης; Τι νόημα έχει η υπογραφή σου, όταν δεν προσμετράται στο αποτέλεσμα του Επισήμου Κειμένου της Συνόδου; Και ποιό είναι, τελικά, το ηρωϊκό στοιχείο όσων δεν υπέγραψαν; Αβίαστα προκύπτει ότι και όσοι δεν υπέγραψαν, ουδέν εποίησαν! Άλλος, Μητροπολίτης της Σερβίας, έγραψε ότι μεταξύ των λόγων που δεν υπέγραψε για τις σχέσεις Ορθοδοξίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο ήταν και το ότι είχε μεν σαν Επίσκοπoς το δικαίωμα να μιλήση στη Σύνοδο, αλλά εστερείτο του δικαιώματος να ψηφίση! Αυτό το πληροφορήθηκε προ η κατά τη διάρκεια της Συνόδου; Εάν δεν το είχε πληροφορηθή πριν, ήταν ανέτοιμος να μετάσχη σε μια Σύνοδο, όπως την “φανταζόταν” η Εκκλησία του, παρά τις επιφυλάξεις Της. Εάν το είχε μάθει προ της Συνόδου, τότε γιατί προσήλθε;
Το άλλο παράλογο ήταν το συνεχές αίτημα αναγνωρίσεως των Συνόδων του Μ. Φωτίου και του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά ως Οικουμενικών, από την πηγή του Οικουμενισμού, δηλαδή, από τους διοργανωτάς της Συνόδου της Κρήτης! Επ’ αυτού έχω προσυνοδικώς γράψει αρκετά. Επαναλαμβάνω μόνο ένα ερώτημα: Αγνοούν οι επιμείναντες στο αίτημα αυτό ότι η Ιερά Παράδοσις είναι Ισόκυρη της Αγίας Γραφής; Εφ’ όσον η Οικουμενική Ορθόδοξος Εκκλησία υψώνει την Διδασκαλία του Μ. Φωτίου και του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας, και την Β  Κυριακή των Νηστειών υψώνει πάλι την διδασκαλία και το Πρόσωπο του Αγίου Παλαμά, τι περισσότερο θα τους προσέθετε μια Συνοδική αναγνώριση και, μάλιστα, από μια τόσο προβληματική σε όλο το είναι της Σύνοδο; Το μόνο που “κατάφεραν” με την επιμονή τους ήταν να δώσουν την ευκαιρία στον αγαπητό συνάδελφό μου στην Εκκλησιαστική Εκπαίδευση κ. Άρη Πανώτη να ισχυρισθή –εντελώς αβάσιμα και αθεολόγητα, βεβαίως– ότι «η Σύνοδος της Κρήτης καλώς δεν αναγνώρισε τις Συνόδους αυτές, καθ’ ότι δεν τις έχει αποδεχθεί η Εκκλησία»!
Τέλος λόγου
Μετά από αυτά που –πολύ περιληπτικά– αναπτύξαμε, διαπιστώνουμε αβίαστα, πως το Πατριαρχείο της Ρωσίας, τελικά, είτε προφάσει είτε αληθεία, έσωσε το κύρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας με την αποχή του από αυτήν την Συν­οδο. Έτσι, της απέκλεισε και τον χαρακτηρισμό της ως Παν­ορθοδόξου, δεδομένου ότι οι χαρακτηρισμοί «Μεγάλη» και «Αγία» ήσαν και προσυνοδικώς αποκλεισμένοι, για τους λόγους που έχουμε εκθέσει σε άλλα άρθρα μας αλλά και στο παρόν. Οπότε, γνώμη μας είναι να επαναλάβουμε προς πάσαν κατεύθυνσιν: «Μη ταρασσέσθω υμών η καρδία, μηδέ δειλιάτω». Δεν έχει απολύτως κανένα πρακτικό αποτέλεσμα η παρούσα Σύνοδος, ούτε καμμιά Τοπική Εκκλησία η Πατριαρχείο μπορεί να επιβάλη στους Κληρικούς αλλά και στους λαϊκούς τις αποφάσεις της. Κάλλιστα μπορεί να θεωρηθή ως μηδέποτε γενομένη. Οποιαδήποτε αντίσταση και σοβαρή πολεμική εναντίον της, θα της προσδώση σημασία που δεν έχει, και που δεν πρέπει να προσλάβη.
Ο Ορθόδοξος και με Οικουμενική αποδοχή ορισμός της Αληθείας της Πίστεως, από τον άγιο Βικέντιο Λειρίνης, «ο,τι πάντοτε, ο,τι πανταχού και υπό πάντων επιστεύθη», που αποτελεί την σφραγίδα της γνησιότητος κάθε Θεολογικής διατυπώσεως και Συνοδικής Αποφάσεως και υποχρεώνει κάθε πιστόν να την δεχθή, απορρίπτει παντελώς και σε όλα τα επίπεδα την Σύνοδο της Κρήτης, την προεργασία της, την σύνθεσή της, τα θέματά της και, κυρίως, τις αποφάσεις της! Η Σύνοδος της Κρήτης απέθανε και ετάφη!
Ας μείνη ενταφιασμένη. Ας θεωρηθεί ως μη γενομένη και ας λάβουν τέλος τα κατ’ αυτήν!

Δημοσιεύθηκε στον "Ορθόδοξο Τύπο" 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου