Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

ΕΚΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ Ι.Μ. ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΤΟ ΔΙΩΓΜΟ ΤΟΥ π. ΣΑΒΒΑ





Του Παναγιώτη Τελεβάντου


Μας εστάλη προς δημοσίευση η ακόλουθη επιστολή:

“Έν Αγίω Όρει 8/21 Ιουλίου 2016, Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου, Θεοφίλου Μυροβλήτου Αγιορείτου.

Έκκληση προς το Ορθόδοξο Χριστεπώνυμο πλήρωμα.

Παρακαλούμε όπως εντείνεται τις προσευχές σας υπέρ του γέροντος Σάββα Λαυριώτου προϊσταμένου διότι σήμερα Πέμπτη από 20.00 μ.μ. καλείται είς δίκην από τόν καθηγούμενο αρχιμανδρίτη Πρόδρομο και τους προϊσταμένους της  συνάξεως της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους καθ’ ότι ορθώνει το Ορθόδοξο φρόνημα του κατά της Παναιρέσεως του οικουμενισμού και των αιρετικών αποφάσεων της λεγόμενης "Αγίας και Μεγάλης συνόδου" Κρήτης .

Ο διωγμός εντείνεται κατά των Αγιορειτών Πατέρων αρχομένου από την Ιερά Μονή Χιλανδαρίου (σερβικό),

Πρός το παρόν 8 Αγιορείτες Πατέρες έχουν εκδιωχθεί.

Αγιορείτες Πατέρες.”

Οι προσευχές όλων μας συνοδεύουν τον π. Σάββα Λαυριώτη. Καταδικάζουμε το διωγμό του, όπως καταδικάζουμε και την εκδίωξη οκτώ πατέρων από την Ιερά Μονή Χιλανδαρίου. Η εκδίωξη των οκτώ πατέρων από τη Μονή της μετανοίας τους και ο διωγμός του π. Σάββα κάθε άλλο παρά οικοδομούν σχέσεις γαλήνης, ορθόδοξης ομολογίας και ομόνοιας στο Άγιον Όρος.

Φρόνιμο είναι οι αντιοικουμενιστές μοναχοί να μη ενεργούν μεμονωμένα. Ας επικεντρώσουν την προσοχή τους να πείσουν τις Αγιορειτικές Μονές να πάρουν θέση ώστε οι όποιες αντιδράσεις κατά των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης να είναι μαζικές, θεσμικές και αποτελεσματικές. Πολύ φοβούμεθα ότι ενεργώντας άκαιρα και μεμονωμένα θα δώσουν την ευχέρεια στους οικουμενιστές να τους εξουδετερώσουν και να τους ωθήσουν σε ακραίες και αναποτελεσματικές ενέργειες.

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ;



Του Παναγιώτη Τελεβάντου


Γράφει ο κ. Γ. Παπαθανασόπουλος:

“Επειδή η συνολική ευθύνη της κατάληξης της Συνόδου βαρύνει σχεδόν αποκλειστικά τον κ. Βαρθολομαίο ερώτησα Μητροπολίτη, που γνωρίζει καλά τον ίδιο και γενικότερα το Φανάρι, αν μπορεί να περάσει η σκέψη από τον 76χρονο Οικουμενικό Πατριάρχη να παραιτηθεί του θρόνου του και να μεταβεί στο Άγιον Όρος, όπως πολλοί προκάτοχοί του, για να περάσει εκεί εν ταπεινώσει και μετανοία τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του...”

Ειλικρινά δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ποια σκοπιμότητα επιβάλλει να παραιτηθεί ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος του οποίου χρέος αμετάκλητο είναι να μείνει ακλόνητος φρουρός του Φαναρίου.

Αυτό που χρειάζεται να συμβεί είναι να μετανοήσει, να αλλάξει πορεία και να πολιτεύεται σαν Ορθόδοξος Πρωθιεράρχης.

Προσευχή και ελπίδα μας είναι ο Παναγιότατος να αλλάξει άρδην πορεία και να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο αυτή τη φορά κατά την οποία να καταδικαστεί ο Οικουμενισμός και οι άλλες αιρέσεις και να αναθεματιστούν οι πρωταίτιοι της οικουμενιστικής φρενίτιδος. Οι Μεταξάκης, Αθηναγόρας και οι ομόφρονές τους Αμερικής Ιάκωβος Κουκούζης, Λένιγκραντ Νικόδημος, Χαλκηδόνος Μελίτωνας Χατζής,  Θυατείρων Αθηναγόρας Κοκκινάκης,  Αυστραλίας Στυλιανός, Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, Μεσσηνίας Χρυσόστομος Σαββάτος, Τιργοβιστίου Νήφων και άλλοι τινές πρέπει να αναθεματιστούν από Οικουμενική Σύνοδο.

Αυτό αναμένουμε από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και όχι να παραιτηθεί και να εγκαταβιώσει στο Άγιον Όρος. Τη μετάνοιά του να την εκφράσει συνοδικά. Όχι μόνο με το κομποσχοίνι του σε ένα κελλάκι στο Άγιον Όρος.
 

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Εκκλησία και ομοφυλοφιλία

Αμαλία Σπουρλάκου – Ευτυχιάδου

 Δρ. Θεολογίας


Εκκλησία και ομοφυλοφιλία είναι δύο έννοιες εκ διαμέτρου αντίθετες και ασυμβίβαστες, τις οποίες ο ισοπεδωτικός συγκρητισμός της εποχής μας και η αναθεώρηση των αξιών του ανθρώπου τείνουν, αναλόγως, να προσεγγίσουν ή να καταστήσουν ανεξάρτητες ή και παράλληλες έννοιες για τον άνθρωπο. Μέσα στη σύγχυση που επικρατεί, οι σύγχρονοι ομοφυλόφιλοι, επικαλούμενοι και την παρουσία ομοφυλοφίλων στους κόλπους της, διεκδικούν τον χώρο της Εκκλησίας, εκ μέρους της οποίας επισήμως τηρείται απόλυτη σιγή περί του θέματος, ενώ ακούονται δημοσίως και ασθενείς φωνές της περί κατανοήσεως και ανοχής των ομοφυλοφιλικών προβλημάτων, σαν να πρόκειται για ατομική υπόθεση και ευθύνη των ομοφυλοφίλων, η οποία δεν αφορά το σώμα της Εκκλησίας. Η ακολουθούσα σύντομη, αλλά πηγαία συνοπτική έκθεση περί αυτών αποδεικνύει το απαράδεκτο των ανωτέρω ισχυρισμών [Η παρούσα μελέτη αφορά μόνον στο ασυμβίβαστο Εκκλησίας και ομοφυλοφιλίας και δεν θίγει το μεγάλο και αναγκαίο θέμα της διαφωτίσεως και μάλιστα της έγκαιρης αγωγής των μελών της προς αποφυγή της σοδομικής αμαρτίας]. Ομοφυλοφιλία καλείται η αναζήτηση του ερωτικού συντρόφου μέσα στο ίδιο φύλο. Το φαινόμενο αυτό της ερωτικής ζωής παρατηρείται και στον άνδρα και στη γυναίκα, είναι δε πανάρχαιο και πανανθρώπινο στον αρχαίο εθνικό κόσμο.

Η μυθολογία, η ποίηση, η λογοτεχνία γενικώς και η ζωγραφική των αρχαίων Ελλήνων είναι γεμάτη από ομοφυλοφιλικές αναφορές, οι οποίες εκφράζουν με ενθουσιασμό, αλλά και αποτροπιασμό και σάτιρα την πράξη του ομοφυλοφιλικού έρωτα. Από τον Όρκο του Ιπποκράτη συμπεραίνεται ότι η ομοφυλοφιλία των αρχαίων είχε ένα απροσπέλαστο χώρο, αυτόν της ασκήσεως της Ιατρικής. Ο νέος ιατρός ορκιζόταν να μη συνάψει γενετήσιες σχέσεις με ασθενείς του άρρενες ή θήλεις. Ο όρκος αυτός αποτελεί την αδιάψευστη ιστορική μαρτυρία ότι η ομοφυλοφιλική πράξη ήταν γεγονός και όχι φήμη ή εικασία στην αρχαία Ελλάδα. Η διαπίστωση αυτή είναι παλαιοτάτη, επισημαινομένη προς αποστροφή από τα ιερά κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όπως θα αναφέρουμε στη συνέχεια. Ο Μέγας Αθανάσιος, αναφερόμενος στην κατάσταση του εθνικού ειδωλολατρικού κόσμου, σημειώνει ότι «ουκ ην δε τούτων μακράν ουδέ τα παρά φύσιν», τα οποία προσδιορίζει με την ομοφυλοφιλική πράξη [Περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου].

Ο Πλάτων, οι διάλογοι του οποίου μεταξύ άλλων απηχούν σαφώς την ομοφυλοφιλική παρουσία στην αρχαία Ελλάδα, όχι μόνον απομυθοποιεί την αχαλίνωτη ερωτική ηδονή της ομοφυλοφιλίας, αλλά και την τοποθετεί εκτός των φυσιολογικών ορίων της σεξουαλικής ζωής του ανθρώπου, ως διαστροφή της. Ως λέγει επακριβώς, «η ηδονή, η οποία υπάρχει στη γυναίκα και στον άνδρα, όταν συνέρχωνται με σκοπό την παιδοποιΐα, είναι κατά φύση. Η των ανδρών με άνδρες και των γυναικών με γυναίκες συνεύρεση είναι παρά φύση, το τόλμημα δε αυτών οφείλεται σε ακράτεια ηδονής» [Νόμοι]. Για τη διαστροφική αυτή σεξουαλική κατάσταση ο Πλάτων θεωρεί υπεύθυνες τη Σπάρτη, την Κρήτη και άλλες πόλεις, που ασχολούνται πολύ με τη γυμναστική [Νόμοι], η οποία δημιουργεί κλίμα κατάλληλο για την προσέγγιση των ανδρικών σωμάτων. [Πλάτωνος, “Συμπόσιον”] …
Η συγκεκριμένη αυτή απληστία για ηδονή, η ομοφυλοφιλική, σήμερα έχει λάβει άλλες διαστάσεις και έχει εξελιχθή σε κοινωνιολογικό και ψυχολογικό ατύχημα, καθ’ όσον επικαλείται πλέον το ελεύθερο δικαίωμα του ανθρώπου να διαμορφώσει νέο ψυχολογικό φύλο και να το εντάξει στους κοινωνικούς θεσμούς, οι οποίοι έχουν ως βάση τα δύο φύλα. Άνδρες «μεταποιημένοι» σε γυναίκες και γυναίκες «μεταποιημένες» σε άνδρες προσπαθούν να «μεταλλάξουν» τεχνητά το ομόφυλο ζευγάρι σε άρσεν και θήλυ, με τελική διεκδίκηση τον γάμο και τη βιοτεχνολογική παιδοποιΐα, χωρίς βεβαίως να αλλάζουν ουσιαστικώς τη φύση και την ιδιοσυγκρασία της. Όπως παλαιότερα, επιχειρείται και σήμερα η δημιουργία θρησκευτικού προτύπου, το οποίο να νομιμοποιεί θρησκευτικώς το συγκεκριμένο πάθος, και γράφονται «μύθοι» για τα πρόσωπα της ιεράς ιστορίας απεικονιζόμενα στον ασπασμό της χριστιανικής αγάπης «εν φιλήματι αγίω» (Ρωμ. 16, 16). Σε πρόσφατο σχετικώς ομοφυλοφιλικό βιβλίο επρόκειτο να δοθεί ο τίτλος «Οι Άγγελοι δεν έχουν φύλο», τον οποίο ο συγγραφέας του ανήγγειλε δημοσίως, για να υποστηριχθεί προφανώς ότι δεν υπάρχει φυσικό φύλο, αλλ’ ο καθένας διαμορφώνει το δικό του φύλο κατά προτίμηση. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι μόνον ανίερο, αλλά και άστοχο. Οι Άγγελοι δεν έχουν φύλο, διότι είναι ασώματοι, ενώ οι άνθρωποι έχουν σώμα διακρινόμενο από τη φύση του σε άρσεν και θήλυ με αμετάβλητους τους γενετικούς χαρακτήρες του. Ο πάντοτε επίκαιρος χαρακτηρισμός του ιερού Χρυσοστόμου εφαρμόζεται άριστα στο ομόφυλο ζευγάρι: «ουδέ γαρ τούτο λέγω μόνον, ότι γέγονας γυνή, αλλ’ ότι απώλεσας και το είναι ανήρ, και ούτε εις ταύτην μετέστης την φύσιν, ούτε ην είχες διετήρησας… εκάτερον αδικήσας το γένος» [Εις την Προς Ρωμαίους Επιστολήν].
Αυτή είναι η διαχρονική αντίληψη και πρακτική για τις ομοφυλοφιλικές γενετήσιες ικανοποιήσεις του ανθρώπου του κόσμου, του εκτός του χώρου του Θεού ανθρώπου, οι οποίες αποκτούν όλο και μεγαλύτερη κοσμική νομιμότητα.
Στον χώρο του Θεού, στην Εκκλησία, αντιθέτως, «ο χθές και σήμερον, ο αυτός και εις τους αιώνας» θείος Νόμος του Χριστού είναι ο Κώδικας, ο οποίος ρυθμίζει τη γενετήσια συμπεριφορά του ανθρώπου του Θεού, χωρίς να αναγνωρίζει ανθρώπινα δικαιώματα στην αμαρτία, και ο οποίος είναι αδύνατο να υποκατασταθεί από την ψυχιατρική επιστήμη, η οποία μετατρέπει το αμάρτημα σε ανωμαλία ή παρέκκλιση ή παραλλαγή από κάποιο κανόνα [Ντ. Μουστερή, «Ψυχολογική άποψη της ομοφυλοφιλίας», Σεμινάριο «Η Ομοφυλοφιλία» της Παγκύπριας Εταιρείας Ψυχικής Υγιεινής, Λευκωσία 1982]. Η ομοφυλοφιλία είναι ανθρώπινο δικαίωμα όντως, εφ’ όσον το άτομο που τη διεκδικεί δεν είναι «συντεταγμένο στον Χριστό». Με την ελεύθερη σύνταξή του σε αυτόν επαναλαμβάνει το «ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ» (Ματθ. 26, 39), «αλλ’ ου τι εγώ θέλω, αλλά τι συ» (Μάρκ. 14, 36).
Στον χώρο της Εκκλησίας ο «υγιής» νους και το «υγιές» σώμα δεν σηματοδοτούν την ανθρώπινη σοφία, η οποία μπορεί να αποβεί μωρία (Ρωμ. 1, 22), και το σωματικό κάλλος των αρχαίων αγαλμάτων, το οποίο ενέπνεε την παιδεραστία, αλλά προσδιορίζουν τον νουν Χριστού και το ενάρετο σώμα. Το αξίωμα αυτό δεν είναι υπερβολή ή ξεπερασμένη ηθικολογία, αλλά δεδομένο για τον άνθρωπο του Θεού: «ημείς νουν Χριστού έχομεν» (Α’ Κορ. 2, 16)· «τα σώματα υμών μέλη Χριστού εστιν» (Α’ Κορ. 6, 15). Τον χριστιανό δεν τον διακρίνει από τον εκτός της Εκκλησίας κόσμο μόνον η χριστιανική πίστη, αλλά και η χριστιανική άσκηση προς αποφυγή «παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος» (Β’ Κορ. 7, 1). Τα σώματα των χριστιανών είναι ενώπιον του Θεού «θυσία ζώσα, αγία τω Θεώ ευάρεστος», διότι ο νους αυτών δεν «συσχηματίζεται τω αιώνι τούτω», αλλά διακρίνει «τι το θέλημα του Θεού το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον» (Ρωμ. 12, 1-2). Αντί των αρχαίων γυμνασίων και των νεωτέρων γυμναστηρίων για τη σφυρηλάτηση του σώματος, ή των παντοίων ινστιτούτων ομορφιάς ανδρών και γυναικών, η Εκκλησία προβάλλει τη νέκρωση του σώματος (Κολ. 3, 5) και επιδιώκει τη δουλαγωγία του (Α’ Κορ. 9, 27), για να συγκρατούνται και να καταστέλλωνται οι πορνικές επαναστάσεις της σαρκός και να ελέγχεται το πορνικό πνεύμα από το θέλημα του Θεού και όχι του κόσμου.
Τα ποικίλα ερεθίσματα της σαρκός του άνδρα και της γυναίκας έχουν μόνον μια διέξοδο, τον γάμο. «Διά δε τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω και έκαστη τον ίδιον άνδρα εχέτω» (Α’ Κορ. 7, 2), «ουχ ίνα ασελγώμεν, ουδ’ ίνα πορνεύωμεν, αλλ’ ίνα σωφρονώμεν» [Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις το αποστολικόν ρητόν Διά δε τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω]. Ο γάμος μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας είναι, μεταξύ άλλων, και «πορνείας αναιρετικόν φάρμακον», «την αμετρίαν εκκόπτων» [Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις το αποστολικόν ρητόν Διά δε τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω]. Κάθε σεξουαλική σχέση εκτός του γάμου ονομάζεται πορνεία και είναι θανάσιμο αμάρτημα. Με την παράνομη μείξη ο πορνεύων αμαρτάνει επάνω στο ίδιο του το σώμα (Α’ Κορ. 6, 18), ώστε ο όλος άνθρωπος να αμαρτάνει: και ο νους, με την αθέμιτη επιθυμία, και το σώμα, ως αποδέκτης αυτής. Η εντολή του Θεού είναι σαφής και ρητή: «φεύγετε την πορνείαν» (Α’ Κορ. 6, 18)· «δοξάσατε δη τον θεόν εν τω σώματι υμών» (Α’ Κορ. 6, 20)· «ο νυν ζώμεν εν σαρκί, εν πίστει ζώμεν τη του Υιού του Θεού» (Γαλ. 2, 20). Δηλαδή, το σώμα «ου διά τούτο κατεσκευάσθη, ίνα ασώτως ζη και πορνεύη, αλλ’ ίνα τω Χριστώ έπηται ως κεφαλή» [Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την Α’ Προς Κορινθίους Επιστολήν].
Επόμενον είναι, σε μία τέτοια θεοδίδακτη αντίληψη και νομοθέτηση περί του σώματος και της γενετήσιας συμπεριφοράς του, η ομοφυλοφιλία να αποτελεί αισχύνη της φύσεως και καταπάτηση του θείου νόμου  Και την φύσιν ήσχυναν και τους νόμους επάτησαν», Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την Προς Ρωμαίους Επιστολήν], την εσχάτη και βδελυρωτάτη μορφή πορνείας, μάλιστα δε «τοσούτον πορνείας χείρων» [Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, Ομιλία ΜΓ’, όπου εισάγει τον Λωτ να προκρίνει την ασέλγεια των Σοδομιτών επί των θυγατέρων του, ως μικρότερη, έναντι της επί των δύο φιλοξενουμένων του ανδρών απειλουμένης ασελγείας, όχι βεβαίως μόνον λόγω των κρατούντων περί φιλοξενίας: «μηδέ αθέσμους επινοήσητε μίξεις· αλλ’ εί και βούλεσθε της μανίας υμών (της ομοφυλοφιλικής) τον οίστρον παραμυθήσασθαι. εγώ τούτο παρέξω, ώστε κουφότερον υμών γενέσθαι το τόλμημα»]. Στην πορνεία, «ει και παράνομος, αλλά κατά φύσιν η μίξις», ενώ στην ομοφυλοφιλία «και παράνομος και παρά φύσιν». Στην Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) αναφέρεται ως παροιμιώδης η τιμωρία των πόλεων Σοδόμων και Γομόρρας, των οποίων «αι αμαρτίαι αυτών μεγάλαι σφόδρα» υπήρξαν (Γεν. 18, 20) και «ουχ αι τυχούσαι, αλλά και μεγάλαι, και σφόδρα μεγάλαι. Ξένον γαρ τρόπον παρανομίας επενόησαν και αλλοκότους και αθέσμους των μίξεων νόμους εφεύρον», δηλαδή, «ανέτρεψαν τους της φύσεως νόμους και ξένας και παρανόμους επενόησαν μίξεις» [Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, Ομιλία ΜΒ’]. Η τιμωρία τους υπήρξε παραδειγματική, επειδή τα ομοφυλοφιλικά τους πάθη είχαν πλέον καταστή καθολικά, «ως άπαντας της λύμης αναπλησθήναι πάσης», και «ανίατα» [Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, Ομιλία ΜΒ’], ως «μηδεμίαν θεραπείαν επιδέξασθαι βουλομένους» [Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, Ομιλία ΜΓ’]. Η σοδομική τιμωρία αποτέλεσε και «υπόμνημα διηνεκές ταις μετά ταύτα γενεαίς, ώστε μη τοις αυτοίς επιχειρείν, ίνα μη τοις αυτοίς περιπέσωσι» [Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, Ομιλία ΜΒ’, Στις μεγάλες αμαρτίες των Σοδομιτών συμπεριλαμβάνονται ασφαλώς και άλλες, όπως η καταδυνάστευση των «ασθενεστέρων» από τους δυνατωτέρους και των «πενήτων» από τους πλουσίους (Ομιλία MB’), η αναφερομένη όμως έκτοτε ως «σοδομική» αμαρτία της ομοφυλοφιλίας υπήρξε «η άφατος και πάσης συγγνώμης απεστερημένη» (αυτόθι), ώστε «αφανισμού δείσθαι παντελούς» (αυτόθι). Σε αυτήν αποκλειστικώς αναφέρεται το κείμενο της Γενέσεως με το παράδειγμα, το οποίο παρατίθεται προ της αποφασισμένης και ήδη επικειμένης καταστροφής, της προσπαθείας των Σοδομιτών, «από νεανίσκου έως πρεσβυτέρου, άπας ο λαός άμα» (Γεν. 19, 4), να αποσπάσουν από τον Λωτ τους δύο ανθρώπους (Αγγέλους), λέγοντας «τα της ασελγείας εκείνα ρήματα» (αυτόθι, Ομιλία ΜΓ’): «εξάγαγε αυτούς προς ημάς, ίνα συγγενώμεθα αυτοίς» (Γεν. 19, 5). Τις ασελγείς προθέσεις τους διευκρινίζει πλήρως η ανωτέρω απάντηση του Λωτ, να τους εκδώσει τις δύο θυγατέρες του αντ’ αυτών προς απόλαυση (Γεν. 19, 7-8), και αποσαφηνίζει δεόντως ο ιερός Χρυσόστομος ως «άφατον της παρανομίας υπερβολήν», «ασύγγνωστον επιχείρησιν», «τόλμαν αναιδή και αναίσχυντον» (αυτόθι), «πονηράν πράξιν», «παραδειγματισμόν (διαπόμπευση) της φύσεως», «αθέσμους μίξεις», «μανίας οίστρον», «παρανομίαν», «ύβριν» (αυτόθι), «πονηράν και ακόλαστον επιθυμίαν» (αυτόθι). Φαίνεται σαφώς ότι η σοδομία δεν είναι μεταγενέστερη της καταστροφής των Σοδόμων επίνοια και ότι ουδείς έχει δικαίωμα να παρερμηνεύει τα βιβλικά κείμενα με νεότερες τοποθετήσεις, οι οποίες διευκολύνουν την είσοδο της ομοφυλοφιλίας στην Εκκλησία, όπως λέγεται ότι συμβαίνει επισήμως με την Αγγλικανική Εκκλησία [Σεμινάριο «Η Ομοφυλοφιλία» της Παγκύπριας Εταιρείας Ψυχικής Υγιεινής, Λευκωσία 1982]. Αυθαίρετη και αντιφατική είναι επίσης και η φημολογουμένη αντίληψη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ότι επιτρέπεται μεν να είναι κάποιος ομοφυλόφιλος, απαγορεύεται όμως να ενδώσει στην τάση του και να προβεί σε ομοφυλοφιλική πράξη (αυτόθι). Η ομοφυλοφιλική κατάσταση είναι, το λιγότερο, διάθεση και επιθυμία, η οποία όμως ταυτίζεται με την πράξη (πρβλ. Ματθ. 5, 27-28)]. Το Λευιτικό αναφέρεται δύο φορές στο «βδέλυγμα» της αρσενοκοιτίας: «και μετά άρσενος ου κοιμηθήση κοίτην γυναικείαν (δεν θα συνευρεθείς με άρρενα, όπως με γυναίκα), βδέλυγμα γαρ εστιν» (18, 22)· «και ος αν κοιμηθή μετά άρσενος κοίτην γυναικός, βδέλυγμα εποίησαν αμφότεροι» (20, 13). Στην απαγόρευση αυτή του θείου Νόμου αναφερόμενες οι Αποστολικές Διαταγές εντέλλονται: «Ουκέτι δε και η παρά φύσιν βδελυκτή μίξις… εχθρά γαρ Θεού υπάρχουσα· και γαρ παρά φύσιν εστίν η Σοδόμων αμαρτία», την οποία δεν ονομάζουν απλώς αμαρτία, αλλά «ασέβημα», οι φορείς του οποίου «διάλυσιν κόσμου μηχανώνται, τα κατά φύσιν παρά φύσιν επιχειρούντες ποιείν» [Βιβλ. IV, κεφ. κη’, PG 1.984Α. Τη διάλυση του κόσμου στοχάζονται ασφαλώς σήμερα και οι μελετητές του θέματος, όταν αντιμετωπίζουν την απελευθέρωση της ομοφυλοφιλίας «σε βαθμό που θα απειλεί τη βάση του θεσμού της οικογενείας και την αναπαραγωγή της κοινωνίας» (Μ. Ατταλίδη. μν. έργ., σ. 31), ή ως «σοβαρή απειλή» για το κοινωνικό οικοδόμημα, «γιατί ανατρέπει σε κάποιο βαθμό τις βάσεις του οικοδομήματος και ιδιαίτερα το θεσμό της ετεροφυλικής οικογένειας που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στη συντήρηση των κοινωνικών αξιών» (Ντ. Μουστερή, μν. έργ., σ. 114 καί 160)].
Ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του, απευθυνόμενος σε χριστιανούς προερχομένους κατά πλειοψηφία από τον εθνικό κόσμο, είναι ιδιαιτέρως σαφής και κατηγορηματικός με το ομοφυλοφιλικό βδέλυγμα της ειδωλολατρικής πλάνης, το οποίο ως εκ προοιμίου αφορίζει από την Εκκλησία της Ρώμης: Αυτοί, οι οποίοι «ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού ανθρώπου», παραδόθηκαν (εγκαταλείφθηκαν) «εν ταις επιθυμίαις των καρδιών αυτών εις ακαθαρσίαν του ατιμάζεσθαι τα σώματα αυτών εν εαυτοίς» (1, 23-24). Αυτοί, οι οποίοι «μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εν τω ψεύδει και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα» (1, 25), παραδόθηκαν «εις πάθη ατιμίας· αι τε γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν, ομοίως τε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας εξεκαύθησαν εν τη ορέξει αυτών εις αλλήλους, άρσενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι και την αντιμισθίαν, ην έδει της πλάνης αυτών, εν εαυτοίς απολαμβάνοντες» (1, 26-27), δηλαδή, «εν αυτή τη ηδονή ταύτην την κόλασιν ούσαν» [Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την Προς Ρωμαίους Επιστολήν]. Κατά την ερμηνεία του Μ. Αθανασίου, «εις γαρ την των παθών και ηδονών αλογίαν πεσόντες οι άνθρωποι και πλέον ουδέν ορώντες ή ηδονάς και σαρκός επιθυμίας, ως εν τούτοις τοις αλόγοις την διάνοιαν έχοντες», περιέπεσαν στην ειδωλολατρία, δηλαδή, «εν αλόγοις και το θείον ανεπλάσαντο κατά την ποικιλίαν των παθών εαυτών». Η ειδωλολατρία στη συνέχεια τους ωδήγησε στα υπό του Παύλου αναφερόμενα «πάθη ατιμίας», τα ομοφυλοφιλικά πάθη. Το συμπέρασμα του κειμένου για την ασχημοσύνη της ομοφυλοφιλίας μας το δίνει ο ιερός Χρυσόστομος: «Και όπερ αν είποις αμάρτημα, ουδέν ίσον έρεις της παρανομίας ταύτης· και ει επησθάνοντο των γινομένων οι πάσχοντες, μυρίους αν κατεδέξαντο θανάτους, ώστε μη τούτο παθείν».
Στην επικρατούσα σήμερα πλάνη γύρω από το θέμα αυτό και στην προσπάθεια να αποδειχθεί ότι ο Θεός δεν ασχολείται με τα γενετήσια προβλήματα των ανθρώπων, η φωνή του Παύλου, επίκαιρη και αποκαλυπτική, αποκαθιστά την αλήθεια: «μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, ούτε αρσενοκοίται… βασιλείαν θεού κληρονομήσουσι» (Α’ Κορ. 6, 9- 10). Και οι μαλακοί, δηλαδή οι παθητικοί στην ομοφυλοφιλική πράξη, οι «αισχροπαθούντες» [Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, Προς Κορινθίους Πρώτης Επιστολής Εξήγησις], οι εκθηλυσμένοι και οι κίναιδοι, οι «ηταιρηκότες» [Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την Α’ Προς Κορινθίους Επιστολήν], αυτοί που εκδίδουν τα σώματά τους στα γυναικεία πάθη, οι μολυσμένοι «τοιούτω γυναικείω μολυσμώ» [Ωριγένους, παράθεση Π. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις τας Επιστολάς της Καινής Διαθήκης, τόμ. Α’, Αθήναι 1956], και οί «αρσενοκοίται», δηλαδή οι ενεργητικοί, οι «αισχροποιούντες» [Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, Προς Κορινθίους Πρώτης Επιστολής Εξήγησις], αυτοί που κρατούν τον ρόλο του άνδρα, ομοίως εκπίπτουν της Βασιλείας του Θεού. Την αρσενοκοιτία και τον κιναιδισμό, ως επιθυμία και έργα της σαρκός, πέρα της πορνείας, συμπεριλαμβάνει ο Παύλος στην «ακαθαρσίαν» και την «ασέλγειαν» (Γαλ. 5, 19), ως «τρόπους αισχρούς [μίξεις]… ους ουδέ ηνέσχετο ονομάσαι» [Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Της Προς Γαλάτας Επιστολής Εξήγησις]. «Ακαθαρσία δε η ανδρομανία και ει τις άλλη τοιαύτη αρρητουργία. Ασέλγεια δε η εκάστη των παραχρήσεων τούτων κατάχρησις και εμμονή», ερμηνεύει ο Ζιγαβηνός [Παράθεση Π. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις τας Επιστολάς της Καινής Διαθήκης, τ. Β’, Αθήναι 1956]. Εναντίον δε αυτών «νόμος κείται», επιβεβαιώνει ο Παύλος (Α’ Τιμ. 1, 10), ο νόμος που ο Θεός ώρισε κατά της παρά φύση ασελγείας των Σοδομιτών και Γομορριτών, οι οποίοι «πρόκεινται δείγμα πυρός αιωνίου δίκην υπέχοντες» (Ιούδα 7) και «υπόδειγμα μελλόντων ασεβείν» (Β’ Πέτρ. 2, 6). Ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη (21, 8) λέγει, επίσης, «τοις δειλοίς» και «εβδελυγμένοις» ότι «το μέρος αυτών εν τη λίμνη τη καιομένη εν πυρί και θείω» υπάρχει (υπαινιγμός στα σοδομικά της Γεν. 29, 4), δειλούς δε «καλεί τους εκουσίω ασθενεία προς τα απολαυστικά του παρόντος αιώνος αποκλίναντας, τω μηδέν αιρήσασθαι ανδρικόν επανελέσθαι, των θηλυπρεπών ατιμάζων ούτω το έκλυτον της ναυσίας» [Αρέθα, Συλλογή εξηγήσεων εκ διαφόρων Αγίων Ανδρών εις την Αποκάλυψιν του Ιωάννου, ΞΣΤ’]. Ο οραματιστής της άνω Ιερουσαλήμ γίνεται ακόμη σαφέστερος στην κατακλείδα του βιβλίου του: «έξω…και οι πόρνοι» (22, 15), δηλαδή, «ου μόνον τους αναιδείς απίστους, αλλά και τους ηταιρηκότας (γενικώς τους ομοφυλοφίλους) διά το αναιδές αυτών και ακάθαρτον απελαύνει».
Η σύντομη αυτή ανασκόπηση υπό την έγκριτη καθοδήγηση της πατερικής ερμηνείας ουδεμία αμφιβολία επιτρέπει περί του ότι η ομοφυλοφιλία για την αλήθεια του Θεού και την Εκκλησία του δεν είναι φυσική νόσος [Πολλοί, σε δήλωση του αντιθέτου, επικαλούνται το γεγονός του ερμαφροδιτισμού, ο οποίος είναι μεν συγγενής φυσική γενετήσια ανωμαλία, όχι όμως μη αναστρέψιμη. Πρόκειται, ως γνωστόν, για διπλούς γενετικούς χαρακτήρες στο ίδιο άτομο, εκ των οποίων η έγκαιρη απελευθέρωση του λανθάνοντος, αλλ’ υπερισχύοντος και φυσικού χαρακτήρος. και η αποβολή του εταίρου αποκαθιστά τη γενετήσια φυσική τάξη, είναι δε καθ’ όλα νόμιμη και επιβεβλημένη]. Άλλως, οι ομοφυλόφιλοι δεν θα ήσαν οι ίδιοι υπεύθυνοι για την κατάστασή τους και δεν θα ανέμενε ο Θεός τη μετάνοια και την επιστροφή τους στη φυσική χρήση των γενετησίων, «το της εμπαθούς λύσσης της περί τας τοιαύτας ηδονάς καθαρόν εκ μεταμελείας γενέσθαι τον άνθρωπον» [Κανών δ’ Γρηγορίου του Νύσσης. Α. Αλιβιζάτου, Οι Ιεροί Κανόνες. Αθήνα 1997], αλλ’ ούτε και θα τιμωρούσε για απείθεια και απάρνηση του νόμου του, ο οποίος αφορά τη φυσική χρήση των γενετησίων, τους άνδρες εκείνους και, κατά συνεκδοχή, τις γυναίκες, που «την φύσιν αρνούμενοι και μηκέτι είναι θέλοντες άρρενες, την γυναικών πλάττονται φύσιν», ή την ανδρών, αντιστοίχως [Μ. Αθανασίου, Κατά Ελλήνων]. Η πορνεία και η ασέλγεια ενεργούνται με τη σάρκα, δεν είναι όμως πάθη της σαρκός, αλλά «της διεφθαρμένης εστί προαιρέσεως. Ει δε σαρκός ήσαν, φυσικώς ημίν προσόντα, πώς αν βασιλείας Θεού ημάς εξέβαλλον; Ου γαρ φύσεως, αλλά προαιρέσεως και αι κολάσεις και οι στέφανοι» [Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας. Αξιοσημείωτη και η συνεχομένη παρατήρησή του: «Ει φύσεως ήσαν τα πάθη, ουκ αν είπεν (ο Παύλος) “οι τα τοιαύτα πράσσοντες”, αλλά πάσχοντες· το γαρ πράσσειν προαίρεσιν εμφαίνει»]. Η ομοφυλοφιλία είναι νόσος πνευματική, εκουσία ασθένεια της προαιρέσεως εκάστου για το είδος και τον τρόπο ικανοποιήσεως των σεξουαλικών απαιτήσεών του και γι’ αυτό ακριβώς λογίζεται από τον Θεό ως αμαρτία. Αυτός ο δείκτης πορείας της ομοφυλοφιλίας απ’ αρχής μέχρι σήμερα με κανένα τρόπο δεν επικροτεί τη θεωρία περί ευθύνης των γονιδίων. Από την ευρεία επικράτηση των αρχαίων χρόνων περιορίσθηκε σε μεμονωμένες μονάδες, για να επανακτήσει ταχύτατη ανοδική πορεία παγκοσμίως σήμερα. Τρελλάθηκαν τα γονίδια, ή μήπως και πάλι σήμερα σκοτίσθηκε ο νους των ανθρώπων και η αλόγιστη ερωτική ηδονή και η ποικιλία των σεξουαλικών ερεθισμών, που διεγείρουν το άτομο, «μετήλλαξαν» τη φυσική χρήση στην παρά φύση; Η απάντηση του ιερού Χρυσοστόμου είναι κατηγορηματική: «ου γαρ την φύσιν αιτιώμαι του σώματος, αλλά την άμετρον της ψυχής ασωτίαν» [Εις την Προς Κορινθίους Επιστολήν, ΙΖ’]. Η Ομολογία Πίστεως του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Δοσιθέου, η οποία ανήκει στα δογματικοσυμβολικά κείμενα της Εκκλησίας, ορίζει ότι η «παιδεραστία» (ομοφυλοφιλία) είναι «θανάσιμος αμαρτία», η οποία «υπό μοχθηράς προαιρέσεως εναντίον τη θεία θελήσει γίνεται, ουχ υπό φύσεως» [Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Β’]. Να σημειώσουμε ότι και δυο έγκριτοι άνδρες των αρχαίων χρόνων, ο Ηρόδοτος και ο Ιπποκράτης, αναφερόμενοι στο ζήτημα της υπογεννητικότητος των Σκυθών, λόγω θηλυπρεπείας των ανδρών τους, δέχονται και οι δύο ότι αυτή η διαστροφή της φύσεως είναι νόσος επίκτητη. Ο Ηρόδοτος την ονομάζει «θήλειαν νούσον», την οποία παραχωρεί ο Θεός ως τιμωρία λόγω ιεροσυλίας και αμαρτίας γενικώτερα, είναι, δηλαδή, άσχετη με τη φυσική τους καταβεβλημένη κατάσταση, και ενίοτε κληρονομείται για τον ίδιο λόγο [Ηροδότου, Ιστορία, I (Κλειώ), 105, έκδ. I. και Π. Ζαχαροπούλου, Αθήναι 1939]. Ο Ιπποκράτης, έχοντας ως βασική αρχή ότι «ουδέν άνευ φύσιος γίνεται», υποστηρίζει ότι η «ανανδρία», η νόσος των «ανανδριών», η «επίκτητη γενετήσια ανικανότητα με παρενδυσία (γυναικεία περιβολή) και θηλυπρεπή συμπεριφορά» [Π. Αποστολίδου, Ερμηνευτικό Λεξικό πασών των λέξεων του Ιπποκράτους, Αθήνα 1997] των ανδρών, οφείλεται σε διαφθορά της φύσεως από την εφαρμοζομένη θεραπεία (φλεβοτομία στο πίσω μέρος των αυτιών) στις παθήσεις, τις οποίες προκαλεί η μακροχρόνια ιππασία [Άπαντα του Ιπποκράτους, Περί αέρων, υδάτων, τόπων, έκδ. «Duphar», Αθήναι 1979]. Και στις δύο εκδοχές πρόκειται για νόσο επίκτητη και όχι συγγενή, η οποία μπορεί να αποφευχθεί. Άλλωστε, και το επίσημο πόρισμα των ερευνητών του θέματος είναι ότι η ομοφυλοφιλία «δεν είναι νόσος», αλλά «τρόπος έκφρασης» [Σεμινάριο «Η Ομοφυλοφιλία» της Παγκύπριας Εταιρείας Ψυχικής Υγιεινής, Λευκωσία 1982], και οι ίδιοι οι ομοφυλόφιλοι συμφωνούν ότι η περίπτωσή τους δεν είναι νόσος, αλλά προσωπική επιλογή τους [Βλ. Κ. Παπαδημητρακοπούλου, Ομοφυλοφιλία, Αθήνα 1992].
Το συμπέρασμα, στο oποίο οδηγούμεθα, είναι, ως εκ τούτου, ότι η συνύπαρξη ομοφυλοφίλων μέσα στο σώμα της Εκκλησίας με οποιαδήποτε ιδιότητα είναι ανεπίτρεπτη. Κατ’ αναλογία προς την περίπτωση του αιμομίκτη (Α’ Κορ. δ, 1-5), η ανοχή καθιστά την ομοφυλοφιλία «εις το κοινόν διαβολή της Εκκλησίας», «κοινόν πάντων το έγκλημα» [Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την προς Κορινθίους Επιστολήν, ΙΕ’], για το οποίο η Εκκλησία πρέπει να «πενθεί» και να κινητοποιείται προς άρση των ομοφυλοφίλων εκ μέσου αυτής, όπως απαιτούσε ο ΙΙαύλος από την Εκκλησία της Κορίνθου για τον αιμομίκτη. Την ανάγκη αυτή θεραπεύουν και οι θεσπισθέντες από την Εκκλησία σχετικοί Κανόνες, όπως ο ζ’ «Περί αρρενοφθόρων» και ο ξβ’ «Περί αρσενοκοίτου» του Μ. Βασιλείου, ο δ’ του Γρηγορίου Νύσσης «Περί πόρνων», στους οποίους εντάσσει και τους παιδεραστές, την «παρά φύσιν» αδικία και «άθεσμον ηδονήν», ο «Περί αρρενομανίας» Ιωάννου του Νηστευτού, οι οποίοι ορίζουν την αποβολή των ομοφυλοφίλων από το σώμα της Εκκλησίας και την υπό όρους επανένταξή τους σε αυτό. Είναι πλέον σαφές ότι τα μέλη της Εκκλησίας δεν μπορούν να έχουν «το δικαίωμα του σεξουαλικού αυτοκαθορισμού», το οποίο ψήφισε το Συμβούλιο της Ευρώπης [Πρόκειται για τη «σύσταση» 924 (1-10-1981), με την οποία προτρέπει τις Κυβερνήσεις των Κρατών-Μελών «να καταργήσουν “κάθε μορφή διάκρισης ενάντια στους ομοφυλοφίλους ”», στο όνομα των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Βλ. το κείμενο στα Πρακτικά του Σεμιναρίου «Η Ομοφυλοφιλία», τελευταίο αναρίθμητο φύλλο], και ακόμη σαφέστερο ότι για τους τυχόν ομοφυλόφιλους κληρικούς επιβάλλεται, κατά μείζονα λόγο, η απομάκρυνσή τους λόγω πορνείας, την οποίαν ορίζουν οι Κανόνες κε’ Αποστολικός, κζ’ Καρθαγένης, γ’ και λβ’ του Μ. Βασιλείου, α’ Νεοκαισαρείας. Εάν ο κατά φύση ασχημονών καθαιρείται, πολύ περισσότερο αρμόζει τούτο στον παρά φύση ασχημονούντα. Για τη βαρύτητα της ομοφυλοφιλίας των κληρικών πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψη ότι «ει τις κατηγορία γένηται κατά πιστού πορνείας ή μοιχείας ή άλλης τινός απηγορευμένης πράξεως και ελεγχθείη, εις κλήρον μη προαγαγέσθω» [Κανών ξα’ Αποστολικός], και μάλιστα ότι «ου δει τον άπαξ πορνεύσαντα χειροτονείσθαι, ει και του πάθους απέστη· φησί γαρ ο Μ. Βασίλειος·  Ει και νεκρούς ανιστά ο τοιούτος, ιερεύς ου γενήσεται» [Κανών λστ’ Νικηφόρου του Ομολογητού], ότι δε ακόμη και «παιδίον προς τινος φθαρέν εις ιερωσύνην ουκ έρχεται», καίτοι «κακείνο διά το ατελές της ηλικίας ουχ ήμαρτεν» [Κανών Περί αρρενομανίας Ιωάννου του Νηστευτού]. Εάν ο λαϊκός για τη μία και μόνη φορά, που υπέπεσε στο αμάρτημα της κατά φύση πορνείας, όσο και αν μετανοήσει και εάν ακόμη αγιασθεί τόσο, ώστε και νεκρούς να ανιστά, δεν μπορεί να γίνει ιερέας, και εάν ακόμη το παιδί, που διεφθάρη από κάποιον άνδρα δεν μπορεί να ιερωθεί, παρ’ ότι αυτό το ίδιο δεν αμάρτησε, τούτο πέρα πάσης αμφιβολίας και αμφισβητήσεως δηλώνει ότι στην πράξη της Εκκλησίας ουδέποτε υπήρξε και δεν μπορεί να υπάρξει κατανόηση και ανοχή ή άσκηση οικονομίας για τους παρά φύση ασχημονούντες κληρικούς.


(Εκτενές απόσπασμα από την μελέτη της κας Αμαλίας Σπουρλάκου – Ευτυχιάδου, Δρ. Θεολογίας, “Εκλησία και Ομοφυλοφιλία”, Επιστημονική επετηρίς της Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών. Επεξεργασία κειμένου www.alopsis.gr)

ΠΗΓΗ: "Άλλη 'Οψις" 

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

… τους δίδασκε, πώς θα γονατίσουν για να φιλήσουν το χέρι του Πάπα …






Απόσπασμα από ομιλία του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, κοσμήτορα της Θεολ. σχολής του Πανεπ. Αθηνών, στην Εκκλησία του Αγ. Αντύπα, στο Γουδί, στις 09-02-06 

Παράθεση:
Με πήρε ένας ευσεβέστατος κληρικός από την Κρήτη (Κρητικός με τα όλα του αλλά ορθόδοξος, γιατί πολλοί Κρητικοί δεν είναι ορθόδοξοι) και μου λέει «Παπα-Γιώργη, έχω ένα πνευματικό παιδί, που καμιά φορά έρχεται και στον Άγιο Αντύπα (δεν το γνωρίζω το παιδί). Στο οικοτροφείο της Αποστολικής Διακονίας τους είπε ο διευθυντής ότι όλοι μαζί θα πάνε εκδρομή στη Ρώμη και στο Βατικανό. Και τους δίδασκε, πώς θα γονατίσουν για να φιλήσουν το χέρι του Πάπα, για να τον αναγνωρίσουν, δηλαδή, ως Επίσκοπο της εκκλησίας του Χριστού». Και τούτο το παιδί, λοιπόν, σηκώθηκε και λέει «Δεν είναι δυνατό να πάμε. Ο Πάπας είναι αιρετικός». Λένε αυτοί «Μην ακούτε τι σας λένε κάποιοι θεολόγοι,» (εμένα εννοούσε και τον Ζήση και δεν είμαστε μόνο εμείς, ευτυχώς) «διότι ο Πάπας είναι σχίσμα». Τους παλαιοημερολογίτες τους απορρίπτουμε ως αιρετικούς και τον Πάπα ως σχισματικό. Κι επομένως είναι αδερφός μας, είναι «δίπλα μας»! Και του λένε τα παιδιά «Όχι, εμείς δεν θέλουμε να πάμε». Έγινε ολόκληρη φασαρία. Το απέφυγαν αυτό. Αλλά θα γίνει αργότερα….Από κάθε μητρόπολη, από την Αθήνα και τις άλλες μητροπόλεις κάθε χρόνο, κατά διαστήματα, τους παίρνουνε με τη βία, κατά κάποιο τρόπο, γιατί ο άλλος σκέφτεται το μισθό του. Και διαλέγουν και παίρνουν κάποια άτομα, παπάδες και πάνε στο Βατικανό και φιλούν τα πόδια και τα χέρια του Πάπα. Δημιουργείται, δηλαδή, κίνηση Ουνίας όπως έγινε μετά το 1439. Τότε αρχίζει στη πράξη η Ουνία. Αυτό κάνουν και σήμερα από Θεσσαλονίκη, Αθήνα και άλλες μητροπόλεις. Και σε λίγο, σε λίγα χρόνια, δεν θα υπάρχει κληρικός που δεν θα’ χει πάει να προσκυνήσει τον Πάπα και να αναγνωρίσει τον Πάπα όχι μόνον ως Επίσκοπο της εκκλησίας αλλά και ως κεφαλή της Εκκλησίας του Χριστού. Όταν λέει το Πατριαρχείο «η Παλαιά Ρώμη», η «Νέα Ρώμη» και άρα «η Πρεσβυτέρα Ρώμη», σέβομαι προσωπικά τον βαθμό. Άμα γίνει ορθόδοξος ο Πάπας τότε θα του φιλήσω κι εγώ τα πόδια. Και θα πω «δόξα σοι Κύριε, δόξα σοι»!

http://orthodox-voice.blogspot.gr/2016/07/blog-post_67.html



Το είδαμε εδώ 

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Ο Άγιος Νικόδημος η Παιδεία και τα Θρησκευτικά


Γράφει ο
Κωνσταντίνος Χολέβας
Πολιτικός Επιστήμων
 
Στις 14 Ιουλίου το Γένος των Ορθοδόξων Ελλήνων τιμά τη μνήμη του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Εφέτος δε αξίζει να ξαναδιαβάσουμε τα πάμπολλα έργα του και να διδαχθούμε από την σοφία του, δεδομένου ότι συμπληρώνονται 200 ακριβώς χρόνια από την οσιακή κοίμησή του. Ο Άγιος εκοιμήθη στις 14-7-1809 στο κελί των Σκουρταίων κοντά στις Καρυές του Αγίου Όρους σε ηλικία 60 ετών.

Πολλά εγράφησαν και θα γραφούν για την προσφορά του στο υπόδουλο τότε Γένος μας και στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Σήμερα θα προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε τη μορφή του ως πρότυπο παιδείας και ως δάσκαλο με όλη τη σημασία της λέξης.

Ο νεαρός τότε Νικόλαος Καλιβούρτσης, πριν καρεί μοναχός και λάβει το όνομα Νικόδημος, έμαθε τα πρώτα γράμματα στην γενέτειρά του, τη Νάξο. Στη συνέχεια παρακολούθησε επί 5 έτη μαθήματα στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Διέπρεψε σε όλους τους τομείς της γνώσεως, αλλά διεκρίνετο εξ ίσου και για το ήθος του.
Είχε σχεδόν απομνημονεύσει τα περισσότερα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και των Αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.

Η μνήμη του ήταν φωτογραφική. Ό,τι διάβαζε το απομνημόνευε. Πιστεύω, όμως, ότι δεν επρόκειτο απλώς για μία ανθρώπινη ικανότητα. Είχε και την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Δεν αρκεί κάποιος να γνωρίζει πολλά. Τα κείμενα και οι πληροφορίες δεν αποτελούν το μοναδικό περιεχόμενο της παιδείας.
Η ουσία είναι πώς τα χρησιμοποιούμε. Και ο Άγιος Νικόδημος χρησιμοποίησε την τεράστια μόρφωσή του για να αφυπνίσει τον Ελληνισμό και όλη την Ορθόδοξη Οικουμένη. Να διδάξει την αληθινή πίστη και να απομακρύνει τον λαό από κάθε τάση αθεϊσμού ή εξισλαμισμού.

Για την παιδεία του σε συνδυασμό με την θαυμαστή μνήμη του διηγούνται πολλά και εντυπωσιακά. Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης έχει γράψει ότι κάποτε οι άλλοι μοναχοί στο Ναό του Πρωτάτου, στις Καρυές, του έκρυψαν τα Μηναία. Ο Άγιος τότε είπε από στήθους τους 15 Ψαλμούς του Μεγάλου Σαββάτου! Επίσης είναι γνωστό ότι επί ένα έτος έζησε με τον Γέροντά του στην έρημο νήσο Σκυροπούλα. Εκεί έχοντας ελάχιστα βιβλία έγραψε το «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον» κατά παραγγελία του εξαδέλφου του Επισκόπου Ευρίπου Ιεροθέου. Παραθέτει πολλά χωρία από την Αγία Γραφή, τους Πατέρες αλλά και τους Αρχαίους κλασικούς, και όλα αυτά από μνήμης! Όμως καλόν είναι να επισημάνουμε ότι πέραν των ιδιαιτέρων χαρισμάτων του Αγίου και άλλοι νέοι της εποχής εκείνης είχαν στιβαρή ελληνική και Ορθόδοξη Παιδεία. Πρώτον, διότι αυτήν μετέδιδαν με πίστη οι διδάσκοντες και δεύτερον, διότι οι νέοι μελετούσαν με κόπο και με όρεξη.

Η ελληνογνωσία του και η άριστη χρήση όλων των μορφών της διαχρονικής ελληνικής γλώσσας αποτελούν παράδειγμα για όλους μας. Ο Άγιος Νικόδημος έγραφε και στην λογία και στην απλή νεοελληνική της εποχής του. Επί πλέον γνώριζε άριστα και το γλωσσικό ιδίωμα των Ομηρικών επών, το οποίο χρησιμοποίησε για να μεταγράψει το Ευαγγέλιο που διαβάζουμε στον Εσπερινό της Αγάπης. Εξ άλλου η αρχαιομάθειά του φαίνεται και από την σύνθεση επιγραμμάτων για πολλούς Αγίους και Μάρτυρες της Εκκλησίας μας.
Είναι άξιον απορίας πως τότε σε συνθήκες φτώχειας και δουλείας τα Ελληνόπουλα μάθαιναν άριστα όλες τις μορφές της ελληνικής και σήμερα υπό συνθήκες ελευθερίας και ανέσεως δυσκολεύονται οι περισσότεροι απόφοιτοι λυκείου να ορθογραφήσουν και να εκφραστούν σωστά.
Το ενδιαφέρον του για την Παιδεία, την Ορθόδοξη Αγωγή και την διάπλαση των παιδικών χαρακτήρων καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο Άγιος Νικόδημος εξέδωσε με πολλές δικές του προσθήκες και αναθεωρήσεις το έργο του ελληνομαθούς μοναχού Γρηγορίου του Μολδαβού με τίτλο «Χριστιανική Παιδαγωγία» και υπότιτλο «Λόγος περί Παίδων Αγωγής» (επιμέλεια Ι. Μονής Χρυσοποδαριτίσσης Πατρών, εκδόσεις ΤΗΝΟΣ, Αθήναι, 2005).

Ο μοναχός Γρηγόριος της Μονής Νεάμτσου, μετέπειτα Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (σημερινής Ρουμανίας), γεννήθηκε στο Βουκουρέστι το 1765 και γνώριζε άριστα την ελληνική. Είχε επικοινωνία με τον Άγιο Νικόδημο και έτσι απεφάσισαν να συνεργασθούν για την συγγραφή αυτού του πονήματος. Δεν μπορούμε να ξέρουμε ποια σημεία έγραψε ο Γρηγόριος και ποια ο Άγιος Νικόδημος, είναι πάντως προφανές ότι το τελικό κείμενο εκφράζει απολύτως τον Νάξιο Αγιορείτη. Γράφουν σχετικά οι σύγχρονοι σχολιαστές της εκδόσεως:

Η Χριστιανική Παιδαγωγία «αποτελεί μάλλον μύησι στην πνευματική ζωή (με την ορθόδοξον έννοια του όρου) παρά πρότασι εκπαιδευτικού προτύπου (με την θύραθεν περί παιδείας αντίληψη).

Αυτό δεν υποδηλώνει απαξίωσι της θύραθεν εκπαιδευτικής σταδιοδρομίας, αφού δεν απορρίπτεται η εύρεσις υπό των γονέων «ευσεβών και εναρέτων διδασκάλων ελληνικών μαθημάτων, δια να σπουδάσωσι τα τέκνα των εις αυτούς, γραμματικά, φιλοσοφικά και όλας τας καθ'; εξής επιστήμας, προς ωφέλειαν της ψυχής και του σώματός των» (θ', 408-12).

Ούτε, όμως, υπερεκτιμάται και απολυτοποιείται αυτή η προοπτική» (όπως ανωτέρω, σελ. 255).

Στο Προοίμιο του «Νέου Μαρτυρολογίου» του ο Άγιος Νικόδημος μας δίδει και μια ωραία προτροπή πάντα επίκαιρη για την υποχρέωσή μας να ασκούμε ιεραποστολή προς τους μη Χριστιανούς. Θα έλεγα δε ότι απαντά και στο σύγχρονο ερώτημα αν θα πρέπει το μάθημα των Θρησκευτικών να βασίζεται στην Ορθοδοξία ή να μετατραπεί σε θρησκειολογικό.

Ο Άγιος γράφει τα εξής: «Καθώς το ολίγον προζύμι σμιγόμενον με το πολύ άλευρον μεταδίδει την εδικήν του δύναμιν εις αυτό, και γίνεται όλον ζύμη, τοιουτοτρόπως οικονόμησεν ο Θεός να ήναι εσμιγμένοι οι ολίγοι πιστοί με τους πολλούς αλλοπίστους, δια να μεταδώσουν εις αυτούς την ορθόδοξον πίστιν και να τους φέρουν εις την επίγνωσιν της αληθείας. Έτσι μας το βεβαιώνει ο θείος Χρυσόστομος «δια τούτο και ανέμιξεν (ο Θεός δηλαδή), τω πλήθει τους αυτώ πιστεύοντας, ίνα μεταδώμεν αλλήλοις της ημετέρας συνέσεως» (ομιλ. Μς'; εις το κατά Ματθαίον)». (Συναξαριστής Νεομαρτύρων, έκδοση Ορθοδόξου Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 20).

Αν ζούσε σήμερα ο Άγιος την επίγειο ζωή του θα φώναζε προς τους υπευθύνους της εκπαιδεύσεώς μας: «Μην αλλοιώνετε το περιεχόμενο της παιδείας με την δικαιολογία ότι υπάρχουν στα σχολεία πολλοί αλλόθρησκοι μετανάστες. Ακριβώς σ' αυτούς έχουμε υποχρέωση να διδάξουμε την Ορθόδοξο Πίστη και όχι τα θρησκειολογικά συνονθυλεύματα. Αυτό μας ζητεί ο Θεός και αυτό μας διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος»!

Ας φέρουμε τα παιδιά μας πιο κοντά προς την ένθεο σοφία του μεγάλου Πατρός και εκκλησιαστικού συγγραφέως Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Ας δώσουμε στους νέους και στις νέες να μελετήσουν τα έργα του. Θα είναι και αυτό μία φωτεινή ακτίνα παιδείας μέσα στην θολοκουλτούρα της εποχής μας.

Πηγή: Αγιορείτικες Μνήμες

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ: "Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΕΞΕΠΛΗΡΩΣΕ ΣΤΟΧΟΥΣ ΤΩΝ ΗΠΑ;"


"...ήττα ήτο ότι δεν εθίγει το ζήτημα των Μητροπόλεων των Δωδεκανήσων. Ο Πατριάρχης απηξίωσε να συμπεριλάβη εις την αντιπροσωπίαν κάποιον από τας νήσους αυτάς, αλλά αυτό δεν απησχόλησε κανένα! Τα μέρη αυτά παραμένουν αποκομμένα από τον γενικόν συντονισμόν της Εκκλησίας της Ελλάδος αλλά και ανυπεράσπιστα, όταν π.χ. παραδίδεται εις την Πάτμον ένας ναός εις τους Παπικούς! Βεβαίως, η Σύνοδος δεν κατεδέχθη να ασχοληθή ούτε με την Αγίαν Σοφίαν Κωνσταντινουπόλεως θα ησχολείτο με ένα Ναόν; Αν η Πάτμος ανήκε εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος θα ησχολείτο!" 


 Αναρτήθηκε στις 11 Ιουλίου 2016

 Με την λήξιν της Συνόδου της Κρήτης, η οποία εκόστισε 2.500.000 εκατομμύρια ευρώ (!) που ήλθαν από την Αμερικήν κατά δήλωσιν του υπευθύνου εις θέματα διοργανώσεως π. Αλεξ. Καρλούτσου, ανέκυψαν τα σοβαρώτερα προβλήματα. Εάν προ της Συνόδου αι αντιρρήσεις ήσαν εις θεολογικόν επίπεδον τώρα εξ αιτίας της εμμονής του Πατριαρχείου Κων/πόλεως κλυδωνίζεται συθέμελα η ενότης της Εκκλησίας.

Συγκλονιστικά είναι όσα εδήλωσεν ο Μητροπολίτης Βλαδιβοστόκ κ. Βενιαμίν περί της υποψίας ότι η Σύνοδος εξυπηρέτησε πολιτικούς σκοπούς των ΗΠΑ. Συμφώνως προς το Interfax  της 4ης Ιουλίου 2016:
«Το συνέδριον που προσφάτως συνεκλήθη εις την Κρήτην των αυτοκεφάλων Εκκλησιών, το οποίο σχεδιάστηκε ως Πανορθόδοξη Συν­οδος, είναι πιθανόν να έχει πολιτικούς στόχους, πιστεύει ο Μητροπολίτης Βενιαμίν του Βλαντιβοστόκ και Πριμόρσκ. «Υποψιάζομαι ότι η προετοιμασία της συνεδρίασης στην Κρήτη δεν αποσκοπούσε μόνο σε εκκλησιαστικά αλλά και πολιτικά συμφέροντα. Βλέπουμε ποιά ισχυρή επιρροή έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Αμερικανοί ειδικοί παρέχουν ακόμη  και  βοήθεια  για  την  πρα­γματοποίηση του γεγονότος της Κρήτης», δήλωσε ο Μητροπολίτης σε συνέντευξή του στο Rus Derzhavnaya Ιουλίου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Πατριάρχης Κύριλλος και η Σύνοδος έλαβαν «μία πολύ σοφή απόφαση», όταν αρνήθηκαν την αποστολή της αντιπροσωπίας της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Κρήτη. «Αλλά ακόμη και η απόφαση να μη συμμετάσχει στην λεγόμενη Πανορθόδοξη Σύνοδο αλλάξει στο μέλλον, είναι ιδιαίτερα σημαντικό για εμάς να είμαστε λογικοί, υπομονετικοί, ασκητικοί, όχι καταγγελτικοί η να προβαίνουμε σε βιαστικές δηλώσεις. Να μη στέλνουμε αναθέματα», είπε ο Μητροπολίτης Βενιαμίν, ο οποίος ήτο αντίθετος στη συμμετοχή της Ρωσικής Εκκλησίας στη Κρήτη.

Διαβάστε το υπόλοιπο

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

Ανοικτή επιστολή Αγιορειτών Πατέρων πρός την Ιερά Κοινότητα Αγίου Όρους γιά Διακοπή μνημοσύνου του Πατριάρχη Βαρθολομαίου.

Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῇ 20/6/2016 (3/7/2016 ν.ἡμερ.)
Κυριακή τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων
ὁμολογητῶν, ὁσίων, ἱεραρχῶν καί μαρτύρων
Ἀνοικτή  Ἐπιστολή  Ἁγιορειτῶν Πατέρων
Πρός:
Τήν Ἱερά Κοινότητα Ἁγίου Ὄρους,
Τούς εἴκοσι καθηγουμένους μετά τῶν συνοδιῶν αὐτῶν,
Καί πρός ἐνημέρωσι τοῦ Χριστεπωνύμου Πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
 
 
«…ὡς φιλοπάτορες υἱοί, τήν πατρικήν κληρονομίαν φυλάξωμεν ἀπαρεγχείρητον· μή καταργήσωμεν τόν τόπον ὡς ἡ ἄκαρπος συκῆ· ἀλλά τῶν Ἡγουμένων ἡμῶν ἀναθεωροῦντες, τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς, μιμησώμεθα τήν ΠΙΣΤΙΝ καί τούς ἀγῶνας· ἵνα καί σύν αὐτοῖς τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἐπιτύχωμεν».
(τροπάριο Λιτῆς ἐκ τῆς ἀσματικῆς ἀκολουθίας τῶν Ὁσίων καί Θεοφόρων Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἡμῶν τῶν ἐν τῷ Ἁγιωνύμῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω διαλαμψάντων.)    
Σεβαστοί Πατέρες,
Μελετήσαντες μετά πάσης προσοχῆς τά κοινοποιηθέντα τελικά κείμενα τῆς λεγομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, καθώς καί τίς ἀπαντήσεις ἐγκρίτων θεολόγων καί μητροπολιτῶν, προαγόμεθα ὅπως ἐκθέσωμεν τά ἀκόλουθα.
Τό συμπέρασμα πού ἀβίαστα ἐξάγεται ἐκ τῆς μελέτης των εἶναι ὅτι τελικῶς ἡ σύνοδος αὐτή ἀποδεικνύεται ἀντορθόδοξη, ληστρική καί αἱρετική, διότι:
1. Ἀκολούθησε καινοφανεῖς μεθοδεύσεις στήν θεματολογία καί τίς πρακτικές της.
2. Ἀπέκλεισε τούς Ἐπισκόπους καί κατέλυσε τήν Ὀρθόδοξη συνοδικότητα καί ἐν γένει χρησιμοποιήθηκαν ἀντορθόδοξοι μέθοδοι στόν τρόπο λειτουργίας της.
3. Δέν ὑπῆρχε ἐπαρκής ἐνημέρωση τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος· ἀντίθετα ὑπῆρχε ἀπόκρυψη τῶν ἀποφασιζομένων κατά τήν προσυνοδική διαδικασία.
4. Καθιερώνει τήν μεταπατερική θεολογία.
5. Νομιμοποιεῖ ἐπίσημα καί συνοδικά τήν παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
6. Ἐπετεύχθη τελικά ὁ στόχος τῆς ἐκκλησιαστικοποιήσεως τῶν αἱρέσεων, δηλαδή ἔγινε δεκτό ὅτι ὁ Παπισμός καθώς καί λοιποί αἱρετικοί εἶναι Ἐκκλησίες καί ὄχι αἱρέσεις.
7. Ὑποβιβάζει τόν χριστιανισμό στό ἐπίπεδο τοῦ κοινωνισμοῦ («κοινωνικό εὐαγγέλιο»).
8. Δέν ἐκφράζει τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.
9. Δέν ἀκολουθεῖ τήν ἁγιοπατερική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς καί δέν ἔγινε ἐξ’ ἀρχῆς ἀναγνώριση ὅλων τῶν προηγουμένων συνόδων, καί κυρίως ἀναγνώριση ὡς Οἰκουμενικῶν συνόδων τῆς 8ης καί τῆς 9ης.
10. Καταλύει ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
11. Ἀναγνωρίζει τό Προτεσταντικό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο ᾽Εκκλησιῶν.
12. Παραγκωνίσθηκε καί ἀγνοήθηκε ὁ ρόλος τοῦ Μοναχισμοῦ, καί ἰδιαίτερα ἡ στάση τῶν Ἁγιορειτῶν ἔναντι τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Σύμφωνα μέ τό τελικό κείμενο, “Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον” τῆς λεγομένης “Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου’’, στή παράγραφο 6 ἀναφέρεται ὅτι: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν».
Ἀποδεχομένη ἔτσι ἡ Σύνοδος ὅτι ὁ Παπισμός εἶναι Ἐκκλησία, συναποδέχεται καί τίς ἀποφάσεις τῶν θεολογικῶν διαλόγων μετά τῶν παπικῶν, οἱ ὁποῖοι τώρα λαμβάνουν καί συνοδικήν ἰσχύν. Σέ αὐτούς, ὅμως, ὅπως γνωρίζετε, γίνεται ἀναγνώρισις ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα, ἀποστολικῆς πίστεως, αὐθεντικῶν μυστηρίων καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς στήν Παπική Αἵρεση (βλ. κείμενα Μονάχου 1982, Μπάρι 1987, Νέο Βάλαμο 1988, Μπαλαμάντ 1993). Ἐξ αὐτῆς λοιπόν καί μόνον τῆς ἀποφάσεως, ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή ἔχει ἐκπέσει τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί ὁμολογίας.
Ἐπ᾽ αὐτῶν θά ἀκολουθήσει ἄμεσα ἀναλυτική μελέτη πρός πλήρη κατοχύρωση τῶν λεγομένων μας.
Σεβαστοί Πατέρες, ὡς Ἱερά Κοινότης ἐνῶ ἀρχικά διαφοροποιήθηκατε μέ κείμενό σας πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὡς πρός ἐπί μέρους σημεῖα τῶν προσυνοδικῶν κειμένων, μετά ταῦτα, διά τῆς συμμετοχῆς σας μέσω τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱ.Μ. Σταυρονικήτα στήν λεγομένη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, οὐσιαστικά ἀποδεχθήκατε τίς τελικές ἀποφάσεις της, ὅπως αὐτές ἐκφράστηκαν μέσω τῶν τελικῶν κειμένων. Δηλαδή, μέχρι στιγμῆς ἐπισήμως ἀποδέχεσθε τό ʺὀρθόδοξονʺ τῆς Συνόδου, τό τελεσίδικο τῶν ἀποφάσεων, καί συνακόλουθα τήν ἐπίσημη συνοδική κατοχύρωση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Παρακαλοῦμε λοιπόν καί ἀναμένουμε, καθώς θεωροῦμε ὡς ἐπιβεβλημένο πνευματικό σας καθῆκον, νά συγκαλέσετε ἄμεσα Ἔκτακτον Διπλήν Σύναξιν καί νά καταδικάσετε, βάσει τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθέντων ἐνστάσεων, τήν ἐν λόγῳ σύνοδο ὡς αἱρετική, ἀντικανονική καί ληστρική.
Τέλος σᾶς δηλώνουμε, ὡς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ὅτι μέ τήν χάρι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ μας, τήν βοήθεια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καί ὅλων τῶν Ὁσίων Ἁγιορειτῶν Πατέρων, Ὁσιομαρτύρων, καί Ὁμολογητῶν, «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι», κατόπιν ὅλων τούτων, ἐάν, ὅ μή γένοιτο, ἐσεῖς δέν καταδικάσετε τήν ἐν λόγῳ ψευδοσύνοδο καί δέν διακόψετε τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου, τότε, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, βάσει τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς διαχρονικῆς παραδόσεως τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Τόπου, νά πράξουμε ἐμεῖς αὐτό τό, αὐτονόητο, καθῆκον ἄμεσα. Σύμφωνα μέ τόν ΙΕʹ Κανόνα τῆς Αʹ καί Βʹ Οἰκουμενικοῦ κύρους Συνόδου, ὀφείλουμε νά σταματήσουμε τήν μνημόνευσι τοῦ Πατριάρχου, ὅπως ἔπραξαν καί οἱ πρό ἡμῶν Ὅσιοι Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐπί τοῦ αἱρετικοῦ πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου, οἱ ὁποῖοι τελικῶς καί ἐμαρτύρησαν καί τούς ἑορτάζουμε· διότι καθώς μᾶς ἐπισημαίνει ὁ ΙΕʹ Κανόνας οἱ διακόπτοντες τό μνημόσυνον, «Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν». Ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν τό ἴδιο: «Παραγγελίαν ἔχομεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ἀποστόλου, ἐάν τις δογματίζῃ ἤ προστάσσῃ ποιεῖν ἡμᾶς, παρ᾿ ὅ παρελάβομεν, παρ᾿ ὅ οἱ Κανόνες τῶν κατά καιρούς Συνόδων, καθολικῶν τε καί τοπικῶν ὁρίζουσιν, ἀπαράδεκτον αὐτόν ἔχειν καί μηδέ λογίζεσθαι αὐτόν ἐν κλήρῳ ἁγίων». (Ἅγ. Θεόδωρος Στουδίτης, P.G. 99, 988A), καί «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι, πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί, φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι». ( Ἅγ. Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, P.G. 160, 105C).
Ἐπίσης καί κατά τόν ΛΓʹ Κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, «οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἤ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι». καί ὁ «κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω», (Βʹ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ, τόν ὁποῖον χρησιμοποιοῦν καί οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες στήν Ἐπιστολήν τους πρός τήν Σύνοδον Κων/πόλεως τό 1275). Παραθέσαμε ἐδῶ μόνον ἐλάχιστα χωρία ἀπό τήν πλούσια διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐξάλλου ὁ Οἰκουμενικός πατριάρχης τυγχάνει καί ὁ κύριος ἐμπνευστής καί ὑποκινητής αὐτῆς τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως, καί, ὡς ἐκ τούτου, γιά ἐμᾶς τούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, καί ὅλους τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς κληρικούς καί λαϊκούς, καθίσταται ἐν ἔργοις καί λόγοις ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗΣ, ὅπως ὁ Ἄρειος, ὁ Νεστόριος, ὁ Βέκκος κ.ἄ., ὅπως τό ἔχουν ἀποδείξει πολλοί ἐπίσκοποι καί θεολόγοι, μέχρι σήμερα, καί ὄχι μόνον διά τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀλλά και διά τῆς Πανθρησκείας τήν ὁποίαν κηρύττει διά τῶν συμπροσευχῶν. Διδάσκει ἀλλότρια δόγματα, ἀντορθόδοξα καί ἀντιπατερικά˙ διά τοῦτο κατά τήν ἐντολήν τοῦ Κυρίου οἱ πιστοί «ἀλλοτρίῳ (ποιμένι) οὐ μή ἀκολουθήσωσιν, ἀλλά φεύξονται ἀπ᾿ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τήν φωνήν» (Ἰωαν. Ιʹ,1-5).
Ὀφείλουμε, ἐπίσης νά σᾶς ἐνημερώσουμε ὅτι θά εἶναι ἀναπολόγητοι ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ὅσοι θα ὑποκύψουν καί θά ἀποδεχθοῦν τίς ἀποφάσεις αὐτῆς τῆς ΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ψευδοσυνόδου, καί θά ἐξακολουθήσουν ἐν γνώσει νά μνημονεύουν τόν Πατριάρχη· ὃλοι αὐτοί ἄς γνωρίζουν ὅτι θά διαιρέσουν τήν ἁγιορειτική μοναστική πολιτεία. Λυπούμεθα, πολύ γιά τήν ἀντορθόδοξη αὐτή πορεία, ὅπως σᾶς τό εἴχαμε ἐπισημάνει καί στήν Ἀνοικτή Ἐπιστολή μας ὡς Ἁγιορεῖτες Πατέρες (13 Μαΐου 2016). Θά ἀναμένουμε ἐντός εὐλόγου χρονικοῦ διαστήματος, ὅπως ἑκάστη Ἱ. Μονή, Ἱ. Σκήτη καί κάθε Ἁγιορείτης Μοναχός, λάβει θέση ξεκάθαρα καί συνειδητά ἐπί τοῦ θέματος.
Ἅγιοι Πατέρες, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί κηρύσσονται ἐν διωγμῷ. Ἤδη ἡ αἱρετική ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης χαρακτηρίζει ὅλους ἐμᾶς τούς ἀντιδρῶντες Ὀρθοδόξους χριστιανούς, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Μοναχούς καί λαϊκούς, ὡς «αἱρετικούς», «ζηλωτές» καί εἰρωνικά ὡς «ὑπερορθοδόξους». Θά ἐπιτρέψουμε, αὐτή ἡ παραπληροφόρηση καί ἀλλοίωση νά τήν περάσουν στήν λαϊκή συνείδηση; Μέ πολλή ταπείνωσι, φόβο Θεοῦ καί ἀγάπη γιά τήν ἁγία μας Ἐκκλησία, σᾶς παρακαλοῦμε, ὥστε ὅλοι μαζύ ἑνωμένοι νά συντελέσουμε, ὥστε νά συγκληθεῖ τελικῶς ἡ ὄντως Ὀρθόδοξος Ἁγία καί Μεγάλη Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία θά ἀποκηρύξει τήν ἐν λόγῳ ψευδοσύνοδο.
Σεβαστή Ἱερά Κοινότης καί Ἅγιοι Καθηγούμενοι, ἑκατό χρόνια ἄκρας οἰκονομίας καί ἀνοχῆς ἀπέναντι σέ οἰκουμενιστές - λατινόφρονες καί φιλενωτικούς Πατριάρχες καί ἐπισκόπους προκάλεσαν μεγάλη φθορά τῆς πίστεως καί ἔθρεψαν αἱρετικές ἀποκλίσεις. Ἡ ζημία καί ἡ ἀλλοίωσι πού ἔχει προκαλέσει αὐτή ἡ ψευδεπίγραφη “οἰκονομία’’ στό Ὀρθόδοξο φρόνημα κλήρου καί λαοῦ εἶναι τεραστίων διαστάσεων. Σᾶς παρακαλοῦμε καί πάλιν: Ἀγωνιστεῖτε νά διαφυλάξετε τήν Ἱερά Παρακαταθήκη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Πίστεως.
 Ἀμήν.
Ἀναμένοντες τίς συνεπεῖς πρός τήν Ἁγιορειτική Παράδοσι ἀποφάσεις σας διατελοῦμεν,
Γέρων Γαβριήλ, Ἱ.Κ. Ἁγίου Χριστοδούλου, Ἱ.Μ.Κουτλουμουσίου.
Γέρων Σάββας Λαυριώτης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας.
Γέρων Ἰλαρίων, Ἱ.Καθ. Ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ.
Μοναχός Δοσίθεος, Ἱ.Καθ.Ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ.
Γέρων Χαρίτων Ἱερομ. Ἱ.Κ.Ἀναλήψεως, Ἱ.Μ.Βατοπαιδίου.
Γέρων Κύριλλος, Ἱ.Ἠσ. Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, Κατουνάκια, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Χερουβείμ, Ἱ.Κ.Ἀρχαγγέλων-Κουκουζέλη- ,Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας.
Γέρων Ἰωάννης, Ἱ.Κ.Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, Βίγλα, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Γεώργιος, Ἱ.Κ.Ἁγίου Βαρλαάμ καί Ἱωάσαφ, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Βλάσιος, Ξεροκάλυβο Βίγλας, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Ἱερομ. Παΐσιος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Ἱερομ. Δαμασκηνός Πόπα, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Ἱερομ. Δαμασκηνός Ράους,Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Ἱερομ. Ἰωήλ,Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Ἱερομ. Σάββας,Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Ἱεροδ. Ματθαῖος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Ἐφραίμ, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Νικόδημος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Γεράσιμος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Ταράσιος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Μάρκος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Ἀρσένιος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Ραφαήλ, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Ἰωάννης,Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Σεραφείμ, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Παῦλος, Ἱ.Κ.Κοιμήσεως Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Νεκτάριος, Ἱ.Κ.Ἁγίου Δημητρίου,Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Συμεών, Ἱ.Κ.Νέου Θεολόγου Συμεών, Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Ἡσαΐας,Ἱ.Κ.Νέου Θεολόγου Συμεών Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Εὐστάθιος, Ἱ.Κ. Ἁγίου Εὐσταθίου, Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Πολύκαρπος Ἱερομ. Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀθανασίου,Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Ἱερομ. Ἰωακείμ, Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀθανασίου, Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Χριστόδουλος, Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀθανασίου, Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Παντελεήμων, Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀντωνίου, Κερασιά, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας 
Γέρων Μάξιμος Ἱερομ., Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀντωνίου, Κερασιά, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Ἱερομ. Ρωμανός, Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀντωνίου, Κερασιά, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας 
Γέρων Ἀθανάσιος, Βουλευτήρια, Ἱ.Σκ. Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Θωμᾶς, Ἱ.Κ.ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ, Ἱ.Σκ. Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας 
Μοναχός Θεολόγος, Ἱ.Κ.Ἁγ. Ἀποστόλου Θωμᾶ, Ἱ.Σκ. Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας 
Μοναχός Φώτιος,Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ, Ἱ.Σκ. Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας 
Γέρων Φίλιππος Ἱερομ.Ἱ.Κ.Μεγ. Ἀθανασίου, Ἱ.Σκ. Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Παντελεήμων Ἱερομ. Ἱ.Ἠσ. Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου, Κατουνάκια, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Γεράσιμος, Ἱ. Ἠσ. Ἁγίου Γερασίμου,Κατουνάκια, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Γέρων Ἀθανάσιος, Ἱ.Ἠσ. Ἁγίου Σάββα, Καρούλια, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Συμεών, Καρούλια, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας
Μοναχός Ἠλίας, Ἱ. Σκ. Ἁγίου Βασιλείου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας,
Ἱερομ. Εἰρηναῖος, Καψάλα
Μοναχός Παΐσιος, Καρυές
Ἱεροδ. Κοσμᾶς, Ἱ.Κ. Ἁγίου Ἀθανασίου, Ἱ.Σκ. Κουτλουμουσίου
Γέρων Νικόδημος, Ἱ.Κ.Ἁγίου Νεκταρίου, Καψάλα, Ἱ.Μ.Σταυρονικήτα
Γέρων Μελέτιος, Ἱ.Κ.Γενέσιον Θεοτόκου, Καψάλα, Ἱ.Μ.Παντοκράτορος
Ἱερομ. Μακάριος, Ἱ.Κ.Γενέσιον Θεοτόκου, Καψάλα, Ἱ.Μ.Παντοκράτορος
Μοναχός Μακάριος, Ἱ.Μ.Χιλανδαρίου
Γέρων Κυπριανός Ἱερομ., Ἱ.Κ.Ἁγίου Γεωργίου, Ἱ.Μ.Φιλοθέου.
Γέρων Ευστράτιος ιερομόναχος Ιερά  Μονή  Μεγίστης Λαύρας .
Γέρων Σπυρίδων μ. Ι.Κ.Αγίου Νικολάου ΙΕΡΆ  ΜΟΝΉ  Κουτλουμουσίου
Γέρων  Παΐσιος μ. Ι.Κ.Αγίου Χαραλάμπους ΙΕΡΆ  μονή Βατοπαιδίου .
Γέρων Παχώμιος ιερομόναχος Ι.Κ.Άγιοι ΠΆΝΤΕΣ  Καψάλα ΜΟΝΉ  Παντοκράτορος .
Γέρων Χρυσόστομος ιερομόναχος Ι.Κ.Άγιος Σπυρίδων μόνη Κουτλουμουσίου

     Ἡ συλλογή τῶν ὑπογραφῶν συνεχίζεται καί θά κοινοποιηθοῦν στόν Ἐκκλησιαστικό Τύπο, καί στό διαδύκτιο.